Νέοι εκτός εργασίας και εκπαίδευσης: η Ελλάδα στο 13,6% και μια γενιά σε αναμονή
Η ανεργία μετρά εκείνους που ψάχνουν. Ο δείκτης NEET αποκαλύπτει και όσους σταμάτησαν να περιμένουν από μια αγορά που ζητά εμπειρία πριν τους δώσει την πρώτη ευκαιρία.

Νέοι εκτός εργασίας και εκπαίδευσης: Μια χώρα μπορεί να μειώνει την επίσημη ανεργία και ταυτόχρονα να αφήνει χιλιάδες νέους ακίνητους πίσω από τη βιτρίνα των αριθμών. Το 2025 το 13,6% των νέων 15 έως 29 ετών στην Ελλάδα δεν εργαζόταν, δεν σπούδαζε και δεν βρισκόταν σε κατάρτιση. Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 11%. Πίσω από τη διαφορά υπάρχουν ζωές που δεν ξεκινούν, σχέδια που παγώνουν και οικογένειες που χρηματοδοτούν μια αόριστη αναμονή. Δεν πρόκειται για τεμπέληδες και δεν πρόκειται για μία ενιαία ομάδα. Είναι άνεργοι που ψάχνουν, νέοι που σταμάτησαν να ψάχνουν, γυναίκες που φορτώθηκαν απλήρωτη φροντίδα, απόφοιτοι που βρίσκουν μόνο προσωρινές θέσεις και παιδιά της περιφέρειας που πρέπει να μετακομίσουν για να διεκδικήσουν οτιδήποτε. Αν το κράτος μετρά μόνο μια πτώση της ανεργίας και δεν βλέπει τη διαδρομή προς την αξιοπρεπή εργασία, τότε μετρά την έξοδο κινδύνου και αγνοεί τη φωτιά.
Νέοι εκτός εργασίας και εκπαίδευσης: Τι σημαίνει πραγματικά το 13,6%
Ο ευρωπαϊκός δείκτης NEET καταγράφει το ποσοστό των νέων 15 έως 29 ετών που δεν βρίσκονται ούτε σε απασχόληση ούτε σε τυπική ή μη τυπική εκπαίδευση και κατάρτιση. Δεν είναι το ίδιο με την ανεργία. Η ανεργία διαιρεί τους ανέργους με το εργατικό δυναμικό και προϋποθέτει ενεργή αναζήτηση εργασίας. Ο NEET κοιτάζει ολόκληρη την ηλικιακή ομάδα και περιλαμβάνει και οικονομικά ανενεργούς νέους.
Το 2025 η Ελλάδα βρέθηκε στο 13,6%, μαζί με τις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά στην Ένωση, πίσω από τη Ρουμανία με 19,2% και τη Βουλγαρία με 13,8%. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος υποχώρησε στο 11,0%. Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι όλοι οι νέοι που καταγράφονται αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα. Δείχνει όμως ότι η γέφυρα από το σχολείο και το πανεπιστήμιο προς την εργασία παραμένει πιο εύθραυστη στην Ελλάδα.
Το ποσοστό είναι χαμηλότερο από τα χρόνια της μεγάλης κρίσης. Αυτό είναι πραγματική βελτίωση και πρέπει να αναγνωρίζεται. Δεν είναι, όμως, λόγος για πανηγυρισμό όταν περισσότεροι από ένας στους οκτώ νέους βρίσκονται έξω από τα τρία βασικά συστήματα ένταξης: δουλειά, μάθηση και κατάρτιση.
Η πτώση ενός δείκτη είναι πρόοδος. Δεν είναι συγχωροχάρτι για όσους παραμένουν αόρατοι.
Η πρώτη δουλειά ζητά εμπειρία που δεν αφήνει τον νέο να αποκτήσει
Η ελληνική αγορά εργασίας κουβαλά μια βαθιά αντίφαση. Επιχειρήσεις δηλώνουν ότι δεν βρίσκουν προσωπικό, ενώ νέοι δηλώνουν ότι δεν βρίσκουν θέση με μισθό, ωράριο και προοπτική που να επιτρέπουν ανεξάρτητη ζωή. Η έλλειψη δεν είναι πάντα αριθμητική. Είναι συχνά ασυμφωνία ανάμεσα στις δεξιότητες, στη γεωγραφία, στις αμοιβές και στην ποιότητα των διαθέσιμων θέσεων.
Η εποχική εργασία μπορεί να δώσει εισόδημα, αλλά δεν χτίζει πάντα συνέχεια. Η πρακτική άσκηση μπορεί να ανοίξει πόρτα, αλλά όταν λειτουργεί ως φθηνή αντικατάσταση κανονικής θέσης παγιδεύει τον νέο σε διαρκή δοκιμασία. Η κατάρτιση μπορεί να είναι πολύτιμη, αλλά ένα πιστοποιητικό χωρίς σύνδεση με πραγματικό εργοδότη μετατρέπει την ανεργία σε σεμινάριο και την πολιτική σε απορρόφηση κονδυλίων.
Εδώ απαιτείται λογοδοσία. Κάθε πρόγραμμα απασχόλησης πρέπει να δημοσιεύει όχι μόνο πόσοι μπήκαν, αλλά πόσοι παρέμειναν σε κανονική δουλειά έξι και δώδεκα μήνες μετά, με ποια αμοιβή και σε ποια περιοχή. Χωρίς αυτά, η επιτυχία μετριέται στην αίτηση και όχι στη ζωή.
Η γεωγραφία της αναμονής
Στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν περισσότερες θέσεις, αλλά η στέγη απορροφά όλο και μεγαλύτερο μέρος του πρώτου μισθού. Στην περιφέρεια το ενοίκιο μπορεί να είναι χαμηλότερο, όμως οι επιλογές εκπαίδευσης, μετακίνησης και εργασίας είναι στενότερες. Ο νέος καλείται είτε να πληρώσει ακριβά για να πλησιάσει την ευκαιρία είτε να μείνει κοντά στην οικογένεια και μακριά από την αγορά.
Η έλλειψη αξιόπιστων δημόσιων μεταφορών έξω από τα μεγάλα κέντρα λειτουργεί σαν κρυφό κριτήριο πρόσληψης. Αν μια βάρδια αρχίζει πριν από το πρώτο λεωφορείο, η θέση υπάρχει μόνο για όποιον διαθέτει αυτοκίνητο. Αν μια επαγγελματική σχολή βρίσκεται δύο νομούς μακριά, η δωρεάν κατάρτιση έχει ήδη αποκτήσει κόστος.

Οι γυναίκες και η αόρατη εργασία της φροντίδας
Οι νέες γυναίκες εμφανίζουν συχνά υψηλότερα ποσοστά αποχής από εργασία και εκπαίδευση, ιδιαίτερα όταν η φροντίδα παιδιών ή άλλων μελών της οικογένειας πέφτει πάνω τους χωρίς διαθέσιμες υπηρεσίες. Δεν είναι αδράνεια. Είναι εργασία που δεν πληρώνεται, δεν ασφαλίζεται και δεν εμφανίζεται ως παραγωγή.
Ένας βρεφονηπιακός σταθμός που δεν έχει θέση, ένα ωράριο που αλλάζει κάθε εβδομάδα και μια περιοχή χωρίς φροντίδα μπορούν να βγάλουν μια νέα μητέρα από την αγορά για χρόνια. Όταν επιστρέψει, το κενό στο βιογραφικό αντιμετωπίζεται ως προσωπικό μειονέκτημα, ενώ δημιουργήθηκε από δημόσια ανεπάρκεια.
Η ψυχική φθορά δεν χωρά στον πίνακα
Η παρατεταμένη αποτυχία να περάσει κάποιος από την εκπαίδευση στην εργασία δεν αφαιρεί μόνο εισόδημα. Διαβρώνει την αυτοπεποίθηση, μικραίνει το κοινωνικό δίκτυο και κάνει κάθε επόμενη αίτηση δυσκολότερη. Ο νέος αρχίζει να ερμηνεύει μια δομική αποτυχία ως προσωπική ανεπάρκεια.
Το αποτέλεσμα φτάνει στην οικογένεια. Οι γονείς παρατείνουν οικονομική στήριξη που δεν μπορούν πάντα να αντέξουν, ο νέος αναβάλλει ανεξαρτησία, κατοικία και παιδιά, και η χώρα βλέπει το δημογραφικό να επιδεινώνεται. Ο NEET δεν είναι ξεχωριστό πρόβλημα από τη στέγη, τους μισθούς και την ψυχική υγεία. Είναι ο κόμβος όπου συναντιούνται.
Τι θα ήταν μια σοβαρή απάντηση
Χρειάζεται εγγύηση πραγματικής πρώτης εργασίας με επιδότηση που καταλήγει σε σταθερή σύμβαση, μαθητεία με πλήρη δικαιώματα, τοπική αντιστοίχιση δεξιοτήτων και εργοδοτών, στήριξη μετακίνησης και κατοικίας, καθώς και δημόσια φροντίδα που επιτρέπει στις νέες γυναίκες να επιστρέφουν χωρίς τιμωρία. Χρειάζεται ακόμη έγκαιρος εντοπισμός όσων εγκαταλείπουν σχολείο ή πρόγραμμα πριν χαθούν από κάθε μητρώο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε θέσει στόχο ο δείκτης NEET να πέσει κάτω από 9% έως το 2030. Για την Ελλάδα, η απόσταση δεν θα κλείσει με ακόμα μία καμπάνια αισιοδοξίας. Θα κλείσει όταν το κράτος μετρά ποιότητα, διάρκεια και αμοιβή της θέσης, και όταν η επιχείρηση που επιδοτείται αναλαμβάνει ευθύνη να εκπαιδεύσει τον νέο αντί να απαιτεί έτοιμη εμπειρία.
Μια κοινωνία που αφήνει τη νέα γενιά σε αναμονή δεν εξοικονομεί χρήματα. Δανείζεται χρόνο από το μέλλον της με βαρύ τόκο. Θα απαιτήσουμε να μετρηθούν οι νέοι που χάθηκαν ανάμεσα στα μητρώα ή θα αρκεστούμε σε έναν καλύτερο μέσο όρο; Τα δικά σας συμπεράσματα.
Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.






