Η Ελλάδα αλλάζει χέρια μέσω των funds και των τραπεζών, με την πλάτη του ελληνικού κράτους
Δάνεια 79,653 δισ. ευρώ σε φορείς του εξωτερικού, κρατικές εγγυήσεις 16,48 δισ. και επίσημα καταγεγραμμένες παραβάσεις. Ποιος ελέγχει την απαίτηση πριν κινδυνεύσει η περιουσία του πολίτη;

Funds και ελληνική περιουσία: Τηρούσε τη δικαστική ρύθμιση του χρέους του και παρ’ όλα αυτά βρέθηκε αντιμέτωπος με επανειλημμένες οχλήσεις και διαταγή πληρωμής. Η υπόθεση δεν είναι ανώνυμη διήγηση του διαδικτύου: περιγράφεται στην ανακοίνωση του Υπουργείου Ανάπτυξης της 5ης Δεκεμβρίου 2023 για πρόστιμο 235.000 ευρώ στην Cepal. Όταν ακόμη και η συνέπεια του δανειολήπτη δεν εμποδίζει μια τέτοια πρακτική, το πρόβλημα ξεπερνά τον κακό χειρισμό ενός φακέλου. Φτάνει στον τρόπο με τον οποίο το κράτος προστατεύει την περιουσία και την ασφάλεια των πολιτών του.
Funds και ελληνική περιουσία: Από την τράπεζα στο fund, από το χρέος στην περιουσία
Η Ελλάδα αλλάζει χέρια μέσα από έναν μηχανισμό που μεταφέρει τον έλεγχο δανειακών απαιτήσεων, διαθέτει δημόσια στήριξη και μπορεί να οδηγήσει σε μεταβιβάσεις ακινήτων. Αυτή είναι η πολιτική θέση της Παρέμβασής μας. Η πλάτη του ελληνικού κράτους έχει συγκεκριμένη μορφή: νόμους που οργανώνουν την αγορά, δικαστικά μέσα είσπραξης, εγγυήσεις που στηρίζουν τις τιτλοποιήσεις. Το ερώτημα είναι ποια εξίσου ισχυρή προστασία προσφέρεται στον άνθρωπο που καλείται να πληρώσει και κινδυνεύει να χάσει τη στέγη του.
Στην περίπτωση που κατέγραψε το υπουργείο, ο οφειλέτης είχε ενταχθεί σε ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και την τηρούσε. Η ανακοίνωση απέδωσε στην Cepal επαναλαμβανόμενες απαιτήσεις χωρίς προηγούμενη επιβεβαίωση της οφειλής και έκδοση διαταγής πληρωμής. Το πρόστιμο αφορούσε επίσης αναθέσεις οχλήσεων για άλλες δικαστικά ρυθμισμένες, κανονικά εξυπηρετούμενες οφειλές. Δεν δημοσιεύονται όνομα, ηλικία, ύψος του δανείου ή τελική έκβαση για την κατοικία. Το τεκμηριωμένο γεγονός αρκεί: η διοίκηση διαπίστωσε πράξεις εναντίον ανθρώπων που εκπλήρωναν τη δικαστική τους υποχρέωση.
Η ανθρώπινη διάσταση βρίσκεται στην ίδια τη σύγκρουση: κάποιος πληρώνει όπως όρισε το δικαστήριο και πρέπει ξανά να αποδείξει ότι δεν παραβαίνει τη ρύθμιση. Στον δημόσιο διάλογο η συνέπεια παρουσιάζεται συχνά σαν βέβαιη ασπίδα. Εδώ η επίσημη καταγραφή δείχνει ότι απαιτείται και μηχανισμός που αναγνωρίζει, καταχωρίζει και σέβεται αυτήν τη συνέπεια. Το βάρος της απόδειξης δεν μπορεί να επιστρέφει διαρκώς στον πολίτη όταν ο διαχειριστής διαθέτει τις πληρωμές και τη δικαστική απόφαση.
Η συνέχεια των ανακοινώσεων δεν επιτρέπει να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα ως μια μοναδική παλιά περίπτωση. Στις 9 Απριλίου 2024 το υπουργείο ανακοίνωσε πρόστιμα 330.000 ευρώ στη doValue, 280.000 στην Cepal και 180.000 στην Intrum. Περιέγραψε, μεταξύ άλλων, απαιτήσεις για εξοφλημένες ή κανονικά ρυθμισμένες οφειλές, καθυστερήσεις εγγράφων και λανθασμένη ενημέρωση υπολοίπου.
Αυτές είναι δημοσιευμένες διοικητικές κυρώσεις, όχι δική μας απόφαση για ποινική ενοχή. Δεν έχουμε επαληθεύσει την τελική πορεία πιθανών προσφυγών ή την είσπραξη κάθε προστίμου. Έχουμε όμως επαληθεύσει ότι οι αρμόδιες αρχές κατέγραψαν συγκεκριμένες παραβάσεις. Η πολιτική ευθύνη πρέπει να συζητείται πάνω σε αυτήν τη βάση: πόσο έγκαιρα εντοπίστηκε το πρόβλημα, τι διορθώθηκε για τον οφειλέτη και ποιο μέτρο αποτρέπει την επανάληψη πριν δημιουργηθεί νέα ζημιά.
Ο δρόμος προς την περιουσία αρχίζει πριν από την εμφάνιση ενός πλειστηριασμού. Αρχικά υπάρχει μια τράπεζα που χορήγησε πίστωση και μια σύμβαση που συνδέει τον δανειολήπτη με υποχρεώσεις, τόκους και πιθανές εξασφαλίσεις. Ακολουθεί η μεταβίβαση της απαίτησης σε άλλον φορέα και η ανάθεση της διαχείρισής της. Ο πολίτης εξακολουθεί να ζει στο ίδιο σπίτι, αλλά το πρόσωπο με το οποίο χρειάζεται να διαπραγματευθεί έχει αλλάξει. Αυτό έχει σημασία ακόμη κι όταν δεν έχει αλλάξει ακόμη η κυριότητα κανενός ακινήτου.
Στη δημόσια γλώσσα λέμε συχνά «το fund». Στην πραγματική αλυσίδα μπορεί να υπάρχουν αγοραστής της πίστωσης, εταιρεία ειδικού σκοπού και χωριστή εταιρεία διαχείρισης. Ο servicer που επικοινωνεί με τον οφειλέτη δεν είναι αναγκαστικά ο τελικός ιδιοκτήτης της απαίτησης. Η διάκριση έχει πρακτικό αποτέλεσμα: πρέπει να γνωρίζεις ποιος έχει το δικαίωμα, ποιος ασκεί τη διαχείριση και ποιος μπορεί να εγκρίνει μια συμφωνία. Η εταιρική πολυπλοκότητα δεν δικαιολογεί ασαφή ευθύνη απέναντι στον άνθρωπο που πληρώνει.
Αν το δάνειο εξασφαλίζεται με ακίνητο, η εξασφάλιση συνδέει τον χρηματοοικονομικό λογαριασμό με πραγματική περιουσία. Η είσπραξη μπορεί να επιδιωχθεί με συμφωνία, με καταβολές ή με νόμιμα μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης. Η μεταβίβαση του δανείου και η μεταβίβαση του ακινήτου είναι διαφορετικά στάδια. Στον πλειστηριασμό ο αποκτών δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με το fund. Γι’ αυτό ο έλεγχος πρέπει να ακολουθεί ολόκληρη τη διαδρομή, μέχρι τον τελικό αγοραστή, αντί να σταματά στην πρώτη αλλαγή πιστωτή.
Η δική μας κριτική αφορά ακριβώς αυτήν τη μετατόπιση ισχύος. Για τον επενδυτή η απαίτηση είναι στοιχείο χαρτοφυλακίου, με προσδοκώμενη απόδοση και εκτίμηση κινδύνου. Για τον οφειλέτη μπορεί να συνδέεται με τη μοναδική του κατοικία ή με τον χώρο όπου εργάζεται. Η ίδια συμφωνία έχει επομένως διαφορετικό διακύβευμα στις δύο πλευρές. Η πολιτεία οφείλει να αναγνωρίζει αυτήν τη διαφορά όταν σχεδιάζει κανόνες διαπραγμάτευσης, ενημέρωσης και προστασίας. Η υπογραφή μιας σύμβασης δεν καταργεί την κοινωνική διάσταση της εφαρμογής της.
Υπάρχει σοβαρός αντίλογος και χρειάζεται να ειπωθεί καθαρά. Οι τράπεζες χρειάζονται κεφάλαια, αποθεματικά και είσπραξη απαιτήσεων για να προστατεύουν καταθέσεις και να χρηματοδοτούν την οικονομία. Η συσσώρευση μη εξυπηρετούμενων δανείων δημιουργεί κινδύνους. Η αξιολόγηση του ΔΝΤ για την Ελλάδα το 2026 αναγνωρίζει τη βελτίωση του τραπεζικού συστήματος. Αυτό εξηγεί τον οικονομικό στόχο της μεταφοράς δανείων. Δεν απαντά από μόνο του αν η λύση είναι δίκαιη για τα νοικοκυριά ή αν οι κοινωνικές απώλειες έχουν μετρηθεί.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι κάθε οφειλή εξαφανίζεται επειδή άλλαξε ο πιστωτής. Δεν μπορεί όμως να είναι και ότι κάθε οικογένεια που αδυνατεί να πληρώσει έχει επιλέξει να παρασιτεί. Ο έλεγχος χρειάζεται πραγματικά δεδομένα: διαθέσιμο εισόδημα, προηγούμενες καταβολές, δυνατότητα εξυπηρέτησης και ορθότητα της απαίτησης. Όταν αυτά παραμερίζονται και ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται μόνο ως εισπράξιμο ποσό, η πολιτική για το χρέος χάνει την ευθύνη της απέναντι στην κοινωνία.
Ένας λογαριασμός που εξυπηρετείται δεν πρέπει να εξαρτάται από το αν ο πολίτης διαθέτει αρκετό χρόνο, χρήματα και αντοχή για να διορθώσει ξανά το ίδιο λάθος. Μια πράξη που παραβιάζει δικαστική προστασία χρειάζεται έγκαιρη διακοπή και αποκατάσταση. Το πρόστιμο έχει σημασία για την εποπτεία. Ο οφειλέτης, όμως, χρειάζεται να γνωρίζει τι συνέβη στον δικό του φάκελο: αν διορθώθηκαν οι καταχωρίσεις, αν αποσύρθηκε η απαίτηση και αν το κόστος που υπέστη αναγνωρίστηκε. Αυτά είναι διαφορετικά ερωτήματα από το ύψος της κύρωσης.
Η κυβέρνηση και οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να λογοδοτούν και για τη χρονική απόσταση ανάμεσα στην παράβαση και στη λύση. Η ανακοίνωση ενός προστίμου δεν ενημερώνει πάντα τον πολίτη για τη διάρκειά της, την τελική συμμόρφωση ή την αποκατάσταση. Χρειάζεται δημόσιος απολογισμός με ανωνυμοποιημένα αποτελέσματα: ποιες πρακτικές σταμάτησαν, ποιες επανήλθαν και ποια προστασία λειτούργησε πριν φτάσει η υπόθεση σε νέα δικαστική διαμάχη. Η δυνατότητα ελέγχου είναι ουσιαστικό μέρος της εμπιστοσύνης.
Η συζήτηση συνδέεται με μια ευρύτερη πίεση που ήδη έχουμε εξετάσει στη στεγαστική δυσκολία των οικογενειών. Η απώλεια ή η απειλή απώλειας ενός σπιτιού δεν τελειώνει στην εγγραφή ενός νέου ιδιοκτήτη. Δημιουργεί ανάγκη για άλλη στέγη και νέο οικονομικό βάρος. Γι’ αυτό η ρύθμιση του χρέους πρέπει να αξιολογείται μαζί με την πραγματική δυνατότητα κατοίκησης, χωρίς να παρουσιάζεται η τραπεζική εξυγίανση σαν πλήρης λύση του στεγαστικού προβλήματος.
Το πολιτικό ζήτημα είναι η κατανομή της ευθύνης. Το κράτος διαθέτει νομοθετική ισχύ και οικονομικά εργαλεία. Οι τράπεζες και οι επενδυτές διαθέτουν τεχνογνωσία, οργανωμένη εκπροσώπηση και δεδομένα. Ο πολίτης χρειάζεται προσβάσιμη ενημέρωση και ουσιαστική δυνατότητα αντίδρασης. Η ισορροπία δεν αποκαθίσταται με μια προτροπή να τηλεφωνήσει ξανά. Αποκαθίσταται όταν εκείνος που ζητά χρήματα υποχρεώνεται να εξηγήσει την απαίτησή του και εκείνος που εγγυάται τον μηχανισμό ελέγχει εγκαίρως τις συνέπειές του.
Ποιος ελέγχει τι πραγματικά χρωστάει ο δανειολήπτης;
Πριν από τη ρύθμιση, την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό υπάρχει ένα ερώτημα που συχνά αντιμετωπίζεται σαν λυμένη λογιστική λεπτομέρεια: ποιο είναι το πραγματικό ύψος της οφειλής; Για μια οικογένεια, η απάντηση καθορίζει αν μπορεί να κρατήσει το σπίτι της. Για τον διαχειριστή, καθορίζει την απαίτηση που θα διεκδικήσει. Η μεταξύ τους ανισότητα αρχίζει όταν ο ένας διαθέτει συμβάσεις, συστήματα και νομικό μηχανισμό, ενώ ο άλλος προσπαθεί να καταλάβει ένα υπόλοιπο που εμφανίζεται στην οθόνη ή σε μια επιστολή χωρίς να μπορεί να αναπαραγάγει τον υπολογισμό του.
Το αρχικό κεφάλαιο, οι συνολικές καταβολές και το σημερινό υπόλοιπο είναι διαφορετικά μεγέθη. Δεν αρκεί να αναφέρεται πόσο δανείστηκε κάποιος και πόσο έχει καταβάλει για να προκύψει αυτομάτως τι οφείλει. Χρειάζεται να φαίνεται πότε έγινε κάθε πληρωμή, πώς κατανεμήθηκε ανάμεσα σε κεφάλαιο και τόκους, ποιο επιτόκιο εφαρμόστηκε και ποιες πρόσθετες χρεώσεις προστέθηκαν. Χρειάζεται επίσης να ενσωματώνονται οι συμφωνίες ρύθμισης και οι δικαστικές αποφάσεις. Διαφορετικά, η επίκληση μιας απαίτησης μπορεί να υποκρύπτει λάθος στην καταχώριση, ανεφάρμοστη ρύθμιση ή αμφισβητούμενη χρέωση που ο οφειλέτης δυσκολεύεται να εντοπίσει.
Η ύπαρξη τόκων δεν αποτελεί από μόνη της παρανομία. Ούτε όμως η σύμβαση αρκεί ως γενική απάντηση σε κάθε αμφισβήτηση. Ο έλεγχος πρέπει να αφορά τη συγκεκριμένη περίοδο, τη βάση υπολογισμού, τις μεταβολές του επιτοκίου, τους τόκους υπερημερίας, τυχόν ανατοκισμό και τη συμβατική ή νόμιμη βάση κάθε εξόδου. Πρέπει να ελέγχεται αν όλες οι καταβολές πιστώθηκαν και αν τηρήθηκαν οι όροι που δεσμεύουν τον πιστωτή. Όταν πρόκειται να εκποιηθεί περιουσία, αυτή η αναλυτική απόδειξη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πρόσθετη υπηρεσία που προσφέρεται μόνο ύστερα από επίμονες οχλήσεις.
Διαφορετικό μέγεθος είναι και το τίμημα με το οποίο αγοράστηκε η απαίτηση. Η τιμή μιας συναλλαγής χαρτοφυλακίου και το υπόλοιπο ενός συγκεκριμένου δανείου δεν ταυτίζονται. Η μεταβίβαση με έκπτωση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο δανειολήπτης αποκτά δικαίωμα εξόφλησης στην ίδια τιμή. Αυτό όμως δεν κλείνει το πολιτικό ερώτημα. Γιατί οι προσδοκίες ανάκτησης που επιτρέπουν μια έκπτωση στη συναλλαγή δεν μετατρέπονται σε αντίστοιχο περιθώριο ουσιαστικής ρύθμισης για την οικογένεια; Ποιος ωφελείται από τη διαφορά και με ποιους κανόνες ελέγχεται η επιδίωξη είσπραξης;
Το ερώτημα χρειάζεται στοιχεία, όχι υποθετικά ποσά που παρουσιάζονται ως αποκαλύψεις. Το συνολικό τίμημα ενός χαρτοφυλακίου δεν μας λέει κατ’ ανάγκην ποια τιμή αποδόθηκε σε κάθε δάνειο. Εφόσον δεν υπάρχει τεκμηριωμένη κατανομή, δεν επιτρέπεται να κατασκευάζεται ατομική τιμή αγοράς με μια απλή διαίρεση. Μπορεί, ωστόσο, να απαιτηθεί δημόσια λογοδοσία για το μοντέλο ανάκτησης, το περιθώριο ρύθμισης και τον τρόπο με τον οποίο οι εισπράξεις μεταφράζονται σε απόδοση. Η αδιαφάνεια δεν παύει να είναι πολιτικό πρόβλημα επειδή οργανώθηκε μέσα σε μια επιτρεπόμενη χρηματοοικονομική συναλλαγή.
Στο ζήτημα της δικαστικής νομιμοποίησης υπάρχει πλέον σαφής θεσμική διαδρομή. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την απόφαση 1/2023 που δημοσιεύθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2023, αναγνώρισε στους διαχειριστές απαιτήσεων τη δυνατότητα δικαστικών ενεργειών είσπραξης και όταν οι απαιτήσεις είχαν τιτλοποιηθεί με τον νόμο 3156/2003, μέσω συνδυαστικής εφαρμογής του νόμου 4354/2015. Η απόφαση έλυσε το συγκεκριμένο ζήτημα της νομιμοποίησης. Δεν πιστοποίησε την ορθότητα κάθε υπολοίπου, δεν έκρινε κάθε μεταβίβαση ξεχωριστά και δεν έδωσε προκαταβολική έγκριση σε οποιαδήποτε πράξη κατά οφειλέτη.
Ακολούθησε ο νόμος 5072/2023, δημοσιευμένος στις 4 Δεκεμβρίου 2023. Το άρθρο 115 προβλέπει ρητά ότι οι διαχειριστές μπορούν, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να προβαίνουν σε δικαστικές ενέργειες για τις απαιτήσεις που διαχειρίζονται, περιλαμβανομένων των τιτλοποιήσεων του νόμου 3156/2003. Το άρθρο 41 κατήργησε τα άρθρα 1 έως 3 του νόμου 4354/2015, με τις μεταβατικές ρυθμίσεις του άρθρου 40. Η παλιά διχογνωμία δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως σημερινή γενική απαγόρευση. Ο δανειολήπτης χρειάζεται έλεγχο της δικής του υπόθεσης, όχι βεβαιότητες που καταρρέουν όταν φτάσουν στο δικαστήριο.
Η νομοθετική εξουσιοδότηση, όμως, δεν απαντά στο ερώτημα της δικαιοσύνης. Το κράτος οργάνωσε έναν μηχανισμό με ισχυρά εργαλεία είσπραξης· οφείλει να εξασφαλίζει ότι η δυνατότητα ελέγχου της απαίτησης είναι εξίσου πραγματική. Αν η εταιρεία μπορεί να κινήσει διαδικασία κατάσχεσης, ενώ ο πολίτης χρειάζεται μήνες για να αποκτήσει τις κινήσεις του λογαριασμού του, η ανισότητα είναι συγκεκριμένη. Δεν αφορά απλώς την καλύτερη νομική προετοιμασία του ισχυρού. Αφορά την πρόσβαση στο ίδιο το υλικό που χρειάζεται ο αδύναμος για να προστατεύσει την περιουσία του.
Ο ίδιος ο νόμος 5072/2023 αναγνωρίζει αυτές τις υποχρεώσεις. Το άρθρο 13 απαιτεί καλόπιστη και επαγγελματική συμπεριφορά, πληροφορίες που δεν παραπλανούν και επικοινωνία χωρίς παρενόχληση ή καταναγκασμό. Υπάγει τους διαχειριστές στην καταναλωτική νομοθεσία και στον Κώδικα Δεοντολογίας. Προβλέπει επίσης ηλεκτρονική προσωποποιημένη ενημέρωση, με χωριστή αποτύπωση κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών και λοιπών χρεώσεων, επιτοκίου, δόσεων και λογαριασμού εξυπηρέτησης. Η εφαρμογή των σχετικών υποχρεώσεων άρχισε την 1η Απριλίου 2024, με τουλάχιστον μηνιαία επικαιροποίηση. Το περιεχόμενο αυτής της ενημέρωσης πρέπει να μπορεί και να επαληθευτεί.
Οι παραβάσεις δεν είναι μόνο καταγγελίες. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2024 η Γενική Γραμματεία Εμπορίου ανακοίνωσε διοικητικά πρόστιμα συνολικού ύψους 670.000 ευρώ στη doValue. Κατέγραψε πολύμηνες καθυστερήσεις στην παροχή συμβάσεων, κινήσεων λογαριασμών και βεβαιώσεων, καθυστέρηση ανάρτησης οφειλών που παρεμπόδιζε εξωδικαστική ρύθμιση, καθώς και ενημέρωση για ληξιπρόθεσμες οφειλές σε δανειολήπτες που πλήρωναν κανονικά. Κατέγραψε ακόμη επαναλαμβανόμενη όχληση για οφειλή που δεν υφίστατο. Αυτές είναι επίσημες διαπιστώσεις της αρμόδιας διοικητικής αρχής. Η ανακοίνωση δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι τα πρόστιμα εισπράχθηκαν ή επικυρώθηκαν αμετάκλητα.
Στις 12 Μαΐου 2025 η ίδια υπηρεσία ανακοίνωσε πρόστιμο 56.000 ευρώ στη doValue για επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης και κοινοποίηση της σχετικής έκθεσης, παρότι υπήρχαν δικαστικές αποφάσεις προστασίας της κύριας κατοικίας των καταγγελλόντων. Η πηγή δεν αναφέρει ότι ολοκληρώθηκε πλειστηριασμός ή χάθηκε το σπίτι. Αναφέρει όμως κάτι αρκετά σοβαρό: η προστασία που είχε ήδη εξασφαλιστεί δικαστικά δεν απέτρεψε τη συγκεκριμένη ενέργεια. Το κόστος για την οικογένεια περιλαμβάνει την ανάγκη νέας αντίδρασης, την αγωνία και την αμφιβολία για το αν όσα έχουν κριθεί θα γίνουν πράγματι σεβαστά.
Μια νεότερη κρίση δείχνει γιατί ο τρόπος υπολογισμού έχει τόσο μεγάλη σημασία. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την απόφαση 6/2026, που αποφασίστηκε στις 5 Φεβρουαρίου και δημοσιεύθηκε στις 4 Ιουνίου 2026, έκρινε κατά πλειοψηφία ότι ο τόκος στις δικαστικές ρυθμίσεις διάσωσης της κύριας κατοικίας του άρθρου 9 παράγραφος 2 του νόμου 3869/2010 υπολογίζεται στη μηνιαία δόση και όχι στο συνολικό κεφάλαιο της οφειλής. Η κρίση αφορά αυτό το συγκεκριμένο καθεστώς. Δεν καταργεί γενικά τους τόκους ούτε αποδεικνύει αυτόματα επιστροφές σε κάθε δάνειο.
Για τις υποθέσεις που εμπίπτουν στην κρίση, χρειάζεται διαφανής αντιπαραβολή ανάμεσα σε όσα υπολογίστηκαν, όσα καταβλήθηκαν και όσα προκύπτουν από τον προσήκοντα τρόπο εκτοκισμού. Ένα νέο συνολικό υπόλοιπο χωρίς εξήγηση δεν αρκεί. Πρέπει να φαίνεται ποιες περίοδοι εξετάστηκαν, ποια δικαστική ρύθμιση εφαρμόζεται και πώς αντιμετωπίζονται οι προηγούμενες καταβολές. Η πρακτική εφαρμογή και οι συνέπειες απαιτούν εξέταση των στοιχείων κάθε υπόθεσης. Η νομολογία δεν πρέπει να μετατρέπεται ούτε σε διαφημιστική υπόσχεση καθολικής διαγραφής ούτε σε πληροφορία που παραμένει απρόσιτη στο λογιστικό σύστημα της εταιρείας.
Χρειάζεται, επομένως, τυποποιημένη και ελέγξιμη κατάσταση οφειλής: πλήρες ιστορικό καταβολών, κατανομή τους, μεταβολές επιτοκίου, βάση κάθε χρέωσης και σαφής καταγραφή των ρυθμίσεων. Οι διορθώσεις πρέπει να αφήνουν ίχνος ώστε ο οφειλέτης να βλέπει τι άλλαξε και γιατί. Για αμφισβητούμενους υπολογισμούς χρειάζεται γρήγορη διαδικασία ουσιαστικού ελέγχου, πριν το κόστος μιας εκτέλεσης γίνει δυσανάλογο. Η συμμόρφωση με αποφάσεις πρέπει να ελέγχεται ως αποτέλεσμα, με αντίστοιχη διόρθωση των λογαριασμών και των ενεργειών είσπραξης. Η δημόσια εποπτεία οφείλει να μπορεί να αποδείξει ότι η οικονομική αδυναμία δεν ακυρώνει στην πράξη το δικαίωμα αμφισβήτησης. Τις βασικές διαδρομές και τις παγίδες μιας αίτησης έχουμε εξετάσει στον οδηγό για τον νέο εξωδικαστικό και την κύρια κατοικία. Η ενημέρωση βοηθά την προετοιμασία, αλλά δεν αντικαθιστά τον έλεγχο των εγγράφων και των προθεσμιών της συγκεκριμένης υπόθεσης.
Ποιος εγγυάται τις τράπεζες και ποιος λογοδοτεί για τις περιουσίες;
Το κράτος δεν είναι απλός παρατηρητής στην αναδιάταξη της ελληνικής περιουσίας. Έχει παρέμβει με κεφάλαια, εγγυήσεις και κανόνες που επέτρεψαν στις τράπεζες να μεταφέρουν προβληματικά δάνεια έξω από τους ισολογισμούς τους. Επομένως, η συζήτηση για τα funds δεν μπορεί να περιορίζεται στη συμβατική σχέση ενός ιδιώτη πιστωτή με έναν ιδιώτη οφειλέτη. Υπάρχει δημόσιο συμφέρον και υπάρχει πολιτική ευθύνη.
Η Τράπεζα της Ελλάδος δίνει ένα σαφές μέτρο της κλίμακας: στο τέλος του Ιουνίου 2026, δάνεια ονομαστικής αξίας 79,653 δισ. ευρώ ελληνικών επιχειρήσεων και νοικοκυριών ανήκαν σε εξειδικευμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού και τα διαχειρίζονταν εγχώριοι servicers. Το δελτίο δημοσιεύθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου. Αυτή είναι η τελευταία διαθέσιμη τριμηνιαία καταγραφή στις 4 Οκτωβρίου 2026.
Μέσα σε αυτήν την κατηγορία βρίσκονται στεγαστικά δάνεια 24,961 δισ. ευρώ. Ο αριθμός αποτυπώνει υπόλοιπα απαιτήσεων, όχι το τίμημα αγοράς τους, ούτε την αξία κατοικιών που άλλαξαν ιδιοκτήτη. Δεν περιλαμβάνει όλη την ελληνική δανειακή αγορά. Επίσης, η Τράπεζα της Ελλάδος διευκρινίζει ότι δεν συνυπολογίζονται εξωλογιστικοί τόκοι και διαγραφές των τραπεζών που μεταβίβασαν τα δάνεια.
Η ακρίβεια αυτή έχει πολιτική σημασία. Όποιος μετατρέπει τα 79,653 δισ. ευρώ σε αποτίμηση γης ή σε απόδειξη ότι τα funds κατέχουν αντίστοιχο τμήμα της χώρας προσφέρει εύκολη διέξοδο σε εκείνους που θέλουν να αποφύγουν τη συζήτηση. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι συμβαίνει στις εξασφαλίσεις όταν δεν επιτυγχάνεται βιώσιμη ρύθμιση και ποιος τελικά αποκτά τα ακίνητα.
Η αγορά ενός δανείου αλλάζει τον δικαιούχο της απαίτησης. Δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με αγορά του σπιτιού που τη στηρίζει. Η απόκτηση ακινήτου αποτελεί διαφορετικό γεγονός και χρειάζεται ξεχωριστή καταγραφή. Ούτε ο servicer ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη του δανείου: διαχειρίζεται απαιτήσεις για λογαριασμό άλλων. Χωρίς αυτές τις διακρίσεις, πιστωτές, διαχειριστές και νέοι ιδιοκτήτες ακινήτων συγχωνεύονται σε μια εικόνα που δεν επιδέχεται έλεγχο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η περιουσία απουσιάζει από τον μηχανισμό είσπραξης. Στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας του Μαΐου 2026, η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει για το 2025 ρευστοποιήσεις εξασφαλίσεων ενός δισ. ευρώ, για ανοίγματα που διαχειρίζονται οι servicers για λογαριασμό αγοραστών πιστώσεων. Αναφέρει επίσης αποπληρωμές 2,2 δισ. και διαγραφές 0,8 δισ. ευρώ. Πρόκειται για διαφορετικούς τρόπους μείωσης του χρέους, με διαφορετικές συνέπειες για τους οφειλέτες.
Το πρόγραμμα «Ηρακλής» τοποθετεί το Δημόσιο μέσα σε αυτήν την αλυσίδα. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ιδιωτικές εταιρείες ειδικού σκοπού αγοράζουν δάνεια και εκδίδουν τίτλους διαφορετικού κινδύνου. Το κράτος εγγυάται τους τίτλους υψηλότερης εξοφλητικής προτεραιότητας και εισπράττει αμοιβή. Η εγγύηση δεν αφορά όλο το δάνειο, κάθε επενδυτή ή κάθε ακίνητο. Αφορά συγκεκριμένο τμήμα της χρηματοδότησης των τιτλοποιήσεων.
Η ευρωπαϊκή έγκριση δεν κάνει την πολιτική συζήτηση περιττή. Η Επιτροπή έκρινε ότι η αμοιβή του Δημοσίου αντιστοιχεί στους όρους της αγοράς και ότι το σχήμα δεν συνιστά κρατική ενίσχυση με την έννοια του άρθρου 107 της Συνθήκης. Αυτός είναι συγκεκριμένος νομικός χαρακτηρισμός. Δεν αναιρεί την ύπαρξη κρατικής εγγύησης ούτε απαλλάσσει την κυβέρνηση από την υποχρέωση να εξηγεί τον δημόσιο κίνδυνο και τα κοινωνικά αποτελέσματα.
Το τελευταίο Δελτίο Δημοσίου Χρέους του ΟΔΔΗΧ αποτυπώνει το ανεξόφλητο εγγυημένο υπόλοιπο του «Ηρακλή» στα 16,4807 δισ. ευρώ στις 30 Ιουνίου 2026, έναντι 17,1241 δισ. στο τέλος του 2025. Για το πρώτο εξάμηνο του 2026 εμφανίζει μηδενικές πληρωμές καταπτώσεων και έσοδα 151,9 εκατ. ευρώ από προμήθειες. Άρα τα 16,48 δισ. δεν είναι χρήματα που ήδη ξοδεύτηκαν ή χάθηκαν. Είναι εγγυημένη έκθεση που παραμένει ανοικτή.
Χρειάζεται και άλλη μία διάκριση: το όριο για νέες εγγυήσεις δεν είναι το ίδιο μέγεθος με το υπόλοιπο των ήδη δοσμένων εγγυήσεων. Η παράταση που εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο 2024 αύξησε τον προϋπολογισμό της επανεισαγωγής του σχήματος από δύο σε τρία δισ. ευρώ. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε τον Ιανουάριο 2026 ότι η συγκεκριμένη παράταση έληξε στις 30 Ιουνίου 2025. Οι υποχρεώσεις που είχαν δημιουργηθεί εξακολουθούν να αποτυπώνονται στα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ.
Πίσω από το σημερινό σχήμα βρίσκεται και η προηγούμενη δημόσια παρέμβαση στις τράπεζες. Στη Βουλή, στις 8 Απριλίου 2024, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ανέφερε συνεισφορά του ΤΧΣ 25,5 δισ. ευρώ στην πρώτη ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών, 14,4 δισ. στην εξυγίανση μη συστημικών τραπεζών και 5,4 δισ. στην ανακεφαλαιοποίηση του 2015. Αυτά είναι ιστορικά ποσά παρεμβάσεων, όχι υπολογισμός της σημερινής καθαρής ζημίας του φορολογουμένου.
Ακόμη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην αξιολόγηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος που δημοσιεύθηκε τον Μάιο 2026, ζητά ενισχυμένη εποπτεία των servicers, ετήσια έκθεση για τον «Ηρακλή» πιστοποιημένη από τον εθνικό δημόσιο ελεγκτή και δημόσιο ιστότοπο με τακτικά ενημερωμένα στοιχεία. Η ανάγκη διαφάνειας δεν είναι λοιπόν υπερβολή μιας αντιπολιτευτικής ρητορικής. Την αναγνωρίζει ένας θεσμός που αξιολογεί πρωτίστως τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Το ισχυρότερο πολιτικό ερώτημα είναι συγκεκριμένο: με ποια μετρήσιμα κοινωνικά ανταλλάγματα συνοδεύεται η εγγύηση των 16,48 δισ. ευρώ; Η απάντηση πρέπει να περιλαμβάνει πόσες βιώσιμες ρυθμίσεις διατηρούν ανθρώπους στα σπίτια τους και επιχειρήσεις στην παραγωγή, ποιος αποκτά τελικά τα ακίνητα και πού μπορεί ο πολίτης να ελέγξει το αποτέλεσμα κάθε χαρτοφυλακίου που απολαμβάνει κρατική κάλυψη.
Η απάντηση χρειάζεται δημόσια πληροφόρηση ανά τρίμηνο, με κοινές μεθόδους μέτρησης. Πρέπει να αποτυπώνονται χωριστά οι εισπράξεις, οι διαγραφές, οι ρυθμίσεις που εξακολουθούν να εξυπηρετούνται, οι ρευστοποιήσεις και οι μεταβιβάσεις ακινήτων. Μια ρύθμιση που υπογράφεται και σύντομα καταρρέει δεν μπορεί να παρουσιάζεται πολιτικά σαν οριστική λύση. Χρειάζεται αξιολόγηση της διάρκειάς της και της πραγματικής δυνατότητας του οφειλέτη να ανταποκριθεί.
Η ίδια λογοδοσία πρέπει να φτάνει στον τελικό δικαιούχο και στις σχέσεις μεταξύ εταιρειών. Όταν ένα ακίνητο καταλήγει σε εταιρεία συνδεδεμένη με τράπεζα ή επενδυτή του χαρτοφυλακίου, το κοινό δικαιούται να γνωρίζει τη δομή αυτής της σχέσης. Αυτό μπορεί να γίνεται με συγκεντρωτικά στοιχεία και προστασία των προσωπικών δεδομένων. Δεν απαιτείται δημόσια έκθεση των οικογενειών για να ελεγχθεί η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας.
Η χώρα προέλευσης ενός πιστωτή δεν αποδεικνύει από μόνη της καταχρηστική συμπεριφορά. Το κρίσιμο είναι η θέση ισχύος που αποκτά, η ποιότητα της διαπραγμάτευσης και η δυνατότητα ουσιαστικής εποπτείας. Ο ίδιος έλεγχος πρέπει να ισχύει για ελληνικό και ξένο κεφάλαιο. Η προστασία της περιουσίας δεν χρειάζεται εθνικά στερεότυπα. Χρειάζεται κανόνες που ισχύουν για εκείνον που έχει χρήματα και για εκείνον που έχει ανάγκη.
Χρειάζονται επίσης δημοσιευμένα κριτήρια για την αντιμετώπιση βιώσιμων περιπτώσεων πριν εξαντληθεί η διαπραγμάτευση. Δεν υπάρχει μια ενιαία διαγραφή που ταιριάζει σε όλους. Υπάρχει όμως η εύλογη απαίτηση να εξηγείται γιατί μια προτεινόμενη λύση ανταποκρίνεται στο εισόδημα, στη βιωσιμότητα της επιχείρησης και στις εξασφαλίσεις. Ο οφειλέτης πρέπει να καταλαβαίνει την πρόταση που λαμβάνει και να μπορεί να την αμφισβητήσει με συγκεκριμένα στοιχεία.
Για τις μελλοντικές δημόσιες παρεμβάσεις, η κυβέρνηση οφείλει να συζητήσει σαφείς όρους διαφάνειας και μετρήσιμους στόχους κοινωνικής αποτελεσματικότητας. Δεν αρκεί να μετακινείται το χρέος έξω από την τράπεζα και να βελτιώνεται ένας εποπτικός δείκτης. Πρέπει να περιορίζεται το πραγματικό βάρος που αποκλείει νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις από την οικονομική ζωή. Η δημόσια εγγύηση χρειάζεται δημόσιο απολογισμό που να μπορεί να αμφισβητηθεί και να ελεγχθεί.
Αν θέλουμε να μάθουμε πόση ακίνητη περιουσία συγκεντρώνεται, πρέπει να ζητήσουμε τα κατάλληλα στοιχεία: αριθμό και κατηγορίες ακινήτων, τρόπο απόκτησης, γεωγραφική κατανομή, τελικό εταιρικό έλεγχο. Τα υπόλοιπα των δανείων δεν απαντούν σε αυτές τις ερωτήσεις. Η απαίτηση για τέτοια καταγραφή είναι ισχυρότερη από έναν εντυπωσιακό, ατεκμηρίωτο συνολικό αριθμό. Μεταφέρει την πίεση εκεί όπου ανήκει: σε όσους διαθέτουν τα δεδομένα και σχεδιάζουν την πολιτική.
Η εξυγίανση ενός τραπεζικού ισολογισμού και η ανάκαμψη μιας οικογένειας δεν μετρώνται με τον ίδιο δείκτη. Η πρώτη μπορεί να ολοκληρωθεί ενώ η δεύτερη παραμένει εγκλωβισμένη στο χρέος. Αυτή τη διαφορά πρέπει να φωτίζει η δημόσια συζήτηση. Όταν το κράτος εγγυάται τη χρηματοπιστωτική πλευρά της διαδικασίας, έχει ευθύνη να αποδεικνύει και τι προσφέρει η διαδικασία στην κοινωνία που στηρίζει αυτήν την εγγύηση.

Το σπίτι δεν είναι γραμμή σε ένα χαρτοφυλάκιο
Πίσω από τη μεταφορά ενός δανείου υπάρχει ένα νοικοκυριό που πρέπει να συνεχίσει να ζει. Το σπίτι είναι ο τόπος όπου μεγαλώνουν παιδιά, φροντίζονται ηλικιωμένοι και οργανώνεται η καθημερινότητα. Η απώλειά του δεν αποτυπώνεται μόνο στο τίμημα μιας εκποίησης. Σημαίνει αναζήτηση νέας στέγης, μετακόμιση, νέα έξοδα και ανατροπή μιας ζωής. Η Eurostat, στην έκδοση που δημοσίευσε στις 17 Σεπτεμβρίου 2026, καταγράφει ότι το 2025 το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά που διέθεταν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, έναντι 7,7% στην ΕΕ.
Αυτός ο δείκτης αφορά τη συνολική στεγαστική επιβάρυνση. Δεν μετρά πόσα σπίτια πήραν τα funds. Η ΕΛΣΤΑΤ προσθέτει μια δεύτερη διάσταση: στην έρευνα συνθηκών διαβίωσης του 2025, που δημοσιεύθηκε στις 19 Μαρτίου 2026, το 41,8% καταγράφεται με δυσκολίες στην πληρωμή ενοικίου, δόσης δανείου, πάγιων λογαριασμών και καταναλωτικών δανείων. Το 50,5% δηλώνει οικονομική αδυναμία κάλυψης έκτακτων αλλά αναγκαίων δαπανών. Δεν πρόκειται για ποσοστό αποκλειστικά στεγαστικών δανείων σε καθυστέρηση. Πρόκειται για την κοινωνία μέσα στην οποία καλείται να λειτουργήσει κάθε ρύθμιση: όταν δεν υπάρχει απόθεμα για μια αναγκαία δαπάνη, η απαίτηση μεγάλης προκαταβολής μπορεί να ακυρώνει στην πράξη τη δυνατότητα συνεννόησης.
Υπάρχει όμως και κόστος που παράγεται από την ίδια τη διαχείριση. Στις 9 Απριλίου 2024, το Υπουργείο Ανάπτυξης ανακοίνωσε πρόστιμο 180.000 ευρώ στην Intrum Hellas, μεταξύ άλλων για μη ορθή ενημέρωση του υπολοίπου που χρειαζόταν δανειολήπτης για ολική εξόφληση και για αδικαιολόγητη καθυστέρηση βεβαίωσης εξόφλησης. Στην ίδια ανακοίνωση περιλαμβάνεται καθυστέρηση αντιλογισμού ποσού που είχε κατατεθεί εκ παραδρομής. Η ανακοίνωση δεν δίνει προσωπικά στοιχεία, ποσά απαιτήσεων ή την τελική έκβαση κάθε υπόθεσης. Δείχνει όμως κάτι συγκεκριμένο: ακόμη και η προσπάθεια να πληρώσεις ή να διορθώσεις μια πληρωμή μπορεί να συναντά εμπόδια. Δεν είναι κάθε σύγκρουση ιστορία κάποιου που αρνείται να πληρώσει.
Ο χρόνος λειτουργεί άνισα. Για τον διαχειριστή, ένα αναπάντητο αίτημα είναι εκκρεμότητα σε ένα σύστημα. Για τον οφειλέτη μπορεί να είναι μια άδεια από τη δουλειά, μια ακόμη αμοιβή, η αγωνία για το αν αναγνωρίστηκε η καταβολή του. Όταν απαιτείται συνέπεια από τον πολίτη, πρέπει να απαιτείται αντίστοιχη ακρίβεια και ταχύτητα από την εταιρεία. Διαφορετικά, το κόστος της δυσλειτουργίας μεταφέρεται στην πιο αδύναμη πλευρά. Η έκθεση του Συνηγόρου του Καταναλωτή για το 2024, που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2026, εξακολουθεί να καταγράφει σημαντικό αριθμό αναφορών για δυσκολία ενημέρωσης σχετικά με δάνεια που διαχειρίζονται τέτοιες εταιρείες. Το ζήτημα δεν εξαντλήθηκε με τη δημιουργία ψηφιακών εφαρμογών.
Η ενημέρωση για την οφειλή είναι προϋπόθεση ουσιαστικής διαπραγμάτευσης. Το ισχύον πλαίσιο προσωποποιημένης πληροφόρησης προβλέπει εφαρμογές των servicers με τουλάχιστον μηνιαία ενημέρωση, ιστορικό πληρωμών, δόσεις, ημερομηνίες και τρέχον υπόλοιπο. Αυτά τα στοιχεία πρέπει να επιτρέπουν στον άνθρωπο να καταλαβαίνει τι πληρώνει και πού καταχωρίζονται τα χρήματά του. Ένας αριθμός στην οθόνη χωρίς δυνατότητα ελέγχου δεν αρκεί. Η απαίτηση για αναλυτική εικόνα του κεφαλαίου, των τόκων και των επιβαρύνσεων δεν είναι παραχώρηση καλής θέλησης. Είναι το ελάχιστο απέναντι σε έναν μηχανισμό που μπορεί να επηρεάσει την περιουσία και τη δυνατότητα ενός νοικοκυριού να σχεδιάσει το μέλλον του.
Υπάρχει πλέον και το Κεντρικό Μητρώο Πιστώσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, όπου ο οφειλέτης μπορεί να λάβει χωρίς χρέωση πιστωτική έκθεση και να αμφισβητήσει ανακριβή ή ελλιπή δεδομένα. Η ευθύνη διόρθωσης ανήκει στον πιστωτή που τα υπέβαλε. Η ίδια η Τράπεζα προειδοποιεί ότι, στην αρχική λειτουργία, στοιχεία από servicers μπορεί να παρουσιάζουν ελλείψεις. Επομένως η έκθεση χρειάζεται να διαβάζεται μαζί με τις συμβάσεις, τις αποδείξεις και τη ρύθμιση. Η ψηφιακή πληροφορία μπορεί να ενισχύσει τον πολίτη, αλλά δεν γίνεται αλάθητη επειδή εμφανίζεται σε δημόσια πύλη. Η πρόσβαση και η δυνατότητα διόρθωσης έχουν αξία ακριβώς επειδή τα λάθη υπάρχουν.
Το ίδιο ισχύει για τις καταγγελίες: αξίζουν όταν γνωρίζουμε τι μπορεί να κάνει κάθε φορέας. Η πύλη kataggelies.mindev.gov.gr δέχεται αναφορές για παραβάσεις της καταναλωτικής νομοθεσίας και αθέμιτες πρακτικές. Ο Συνήγορος του Καταναλωτή διαμεσολαβεί για διαφορές της αρμοδιότητάς του, με χρονικό όριο ενός έτους και χωρίς να έχει ξεκινήσει δικαστική διαδικασία· δεν επιβάλλει πρόστιμα. Η Τράπεζα της Ελλάδος αξιοποιεί καταγγελίες για την εποπτεία, αλλά δηλώνει ότι δεν επιλύει ατομικές διαφορές υπολογισμού οφειλών, οχλήσεων ή αποζημίωσης. Για ενημέρωση γύρω από τα εργαλεία ρύθμισης υπάρχει και η δημόσια υπηρεσία myEGDIXlive. Η ύπαρξη αυτών των διαδρομών δεν απαλλάσσει τις εταιρείες από την υποχρέωση να απαντούν απευθείας.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 η κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόταση νέου πλαισίου με δεκαέξι παρεμβάσεις. Ανάμεσά τους, απάντηση στη διμερή διαπραγμάτευση εντός τριών μηνών και ολοκλήρωση εντός έξι, όριο προκαταβολής 15%, πλήρη στοιχεία οφειλής εντός 45 ημερών με αναστολή τοκοφορίας όταν δεν παρέχονται και συνέπειες για παραβίαση ενεργής ρύθμισης συνεπούς οφειλέτη. Προτείνονται επίσης ανεξάρτητοι ετήσιοι έλεγχοι στις τιτλοποιήσεις με εγγύηση του Δημοσίου. Στην επίσημη συνέντευξή του την 1η Οκτωβρίου, ο υπουργός τοποθέτησε τη νομοθέτηση μέσα στον Οκτώβριο και την εφαρμογή μετά την ψήφιση. Στις 4 Οκτωβρίου πρόκειται για ανακοινωμένη πρόταση με εκκρεμή νομοθέτηση, όχι για ήδη ενεργές εγγυήσεις. Η αναγνώριση αυτών των προβλημάτων από την ίδια την κυβέρνηση γεννά ένα ερώτημα: πόσο κόστος έχει ήδη επωμιστεί ο πολίτης μέχρι να αναγνωριστεί η ανάγκη διόρθωσης;
Η Παρέμβαση κρίνει την προστασία από το αποτέλεσμα. Χρειάζεται δημόσια λογοδοσία για τον χρόνο απόκρισης, τα λάθη που διορθώνονται, τις ρυθμίσεις που διατηρούνται και τις περιπτώσεις όπου μια βιώσιμη λύση αποτυγχάνει εξαιτίας χειρισμών του διαχειριστή. Τα πρόστιμα χρειάζεται να συνοδεύονται από αποκατάσταση της συγκεκριμένης βλάβης και έλεγχο αν επαναλαμβάνεται η ίδια πρακτική. Η κρατική εγγύηση δημιουργεί πρόσθετη υποχρέωση ελέγχου: ο φορολογούμενος πρέπει να γνωρίζει με ποιες αμοιβές και ποια αποτελέσματα υπηρετείται ο σκοπός της. Δεν αρκεί μια συνολική ανακοίνωση εισπράξεων. Χρειάζεται να βλέπουμε αν η ανακούφιση ενός τραπεζικού ισολογισμού συνδέεται με πραγματική έξοδο των νοικοκυριών από την υπερχρέωση.
Αυτό σημαίνει διαθέσιμη υποστήριξη πριν η υπόθεση φτάσει στην αναγκαστική εκτέλεση, εύληπτες συμβάσεις, δυνατότητα εκπροσώπησης και ελέγχους που δεν ενεργοποιούνται μόνο μετά τη ζημιά. Σημαίνει ότι η βιωσιμότητα μιας ρύθμισης πρέπει να εξετάζει αν αφήνει χώρο για αξιοπρεπή διαβίωση και για αναγκαίες δαπάνες. Και σημαίνει να υπάρχουν επαρκή δημόσια δεδομένα για την πρώτη κατοικία, ώστε η πολιτική να αξιολογείται με πραγματικούς ανθρώπους και πραγματικές εκβάσεις. Η ευθύνη του δανειολήπτη δεν εξαφανίζεται. Αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για αδιαφάνεια, καθυστερήσεις ή επιβάρυνση από σφάλματα τρίτων. Το κράτος που οργανώνει και στηρίζει την αγορά απαιτήσεων οφείλει να αποδεικνύει ότι μπορεί να προστατεύει αποτελεσματικά και αυτόν που βρίσκεται απέναντί της. Αυτή είναι και η αφετηρία της Παρέμβασής μας «Ο άνθρωπος δεν είναι αριθμός»: η αξιολόγηση μιας πολιτικής ολοκληρώνεται όταν μετρά τη ζωή που επηρεάζει, όχι μόνο τον δείκτη που βελτιώνει.
Το τελικό ερώτημα είναι πολιτικό και καθημερινό μαζί: όταν μια τράπεζα μειώνει τα προβληματικά δάνειά της, ποιος βεβαιώνει ότι μειώθηκε και το πρόβλημα του ανθρώπου που τα χρωστά; Αν η οφειλή μετακινήθηκε, η ανασφάλεια μεγάλωσε και η δυνατότητα διαπραγμάτευσης περιορίστηκε, η επιτυχία για το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν αρκεί ως επιτυχία για την κοινωνία. Θέλουμε μια αγορά που μετρά μόνο την ανάκτηση απαιτήσεων ή ένα πλαίσιο που ελέγχει αν ο πολίτης μπορεί να πληρώνει, να ενημερώνεται και να διατηρεί αξιοπρεπή ζωή; Τα δικά σας συμπεράσματα.
Το κείμενο αποτελεί ενυπόγραφη άποψη. Η θέση του συντάκτη ξεχωρίζει από τα επαληθεύσιμα στοιχεία και τις παραπομπές.






