Διονύσιος Σολωμός: ο ποιητής της Ελευθερίας που δεν χωρά σε δύο στροφές
Από τη Ζάκυνθο και την Ιταλία στα χειρόγραφα της Κέρκυρας: η Ελευθερία, η γλώσσα του λαού και οι αντιφάσεις ενός ποιητή που απαιτεί πραγματική ανάγνωση.

Διονύσιος Σολωμός: Το 1857 πέθανε στην Κέρκυρα ο άνθρωπος που είχε γράψει τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν». Όμως το έργο που σήμερα τον κάνει έναν από τους κεντρικούς ποιητές της ελληνικής γλώσσας βρισκόταν σε μεγάλο μέρος του ακόμη σε τετράδια, λυτά φύλλα και διαφορετικά σχεδιάσματα. Ο Διονύσιος Σολωμός δεν μας παρέδωσε μια τακτοποιημένη αυτοβιογραφία ούτε μια σειρά εύκολων εθνικών συνθημάτων. Μας άφησε και τον μόχθο της αναζήτησης: πώς η γλώσσα των ανθρώπων γίνεται ποίηση και πώς η ελευθερία αντέχει όταν το σώμα, η οικογένεια και η κοινωνία δοκιμάζονται.
Διονύσιος Σολωμός: Το παιδί δύο κόσμων και η επιλογή μιας ζωντανής γλώσσας
Τον Οκτώβριο του 1859 ο φίλος και μαθητής του Ιάκωβος Πολυλάς έφερε στο αναγνωστικό κοινό «Τα Ευρισκόμενα». Η ίδια η λέξη του τίτλου μάς σταματά: η έκδοση παρουσίαζε όσα είχαν βρεθεί, όχι όσα ο ποιητής είχε εγκρίνει ως ολοκληρωμένα. Για να γνωρίσουμε τον Σολωμό χρειάζεται επομένως να ξεκινήσουμε από μια δυσκολία που κρύβεται πίσω από την επίσημη εικόνα του. Η βεβαιότητα της δημόσιας αναγνώρισης συνυπάρχει με την αβεβαιότητα της τελικής μορφής αρκετών έργων του. Αυτή η απόσταση δεν μειώνει το μέγεθός του. Μας επιτρέπει να δούμε τον άνθρωπο που εργαζόταν πίσω από το μνημείο.
Η αφετηρία του είναι η Ζάκυνθος του 1798, ένας τόπος όπου η ελληνική ζωή συναντούσε την ιταλική παιδεία και τις μεγάλες μεταβολές της ευρωπαϊκής πολιτικής. Τα Επτάνησα δεν ακολουθούσαν τότε την ίδια ιστορική διαδρομή με την οθωμανική ηπειρωτική Ελλάδα. Η μακρά βενετική παρουσία είχε αφήσει γλώσσα, διοικητικές πρακτικές και κοινωνικές διακρίσεις. Στα χρόνια του ποιητή οι εξουσίες άλλαζαν, ενώ από το 1815 συγκροτήθηκε το Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων υπό βρετανική προστασία. Η ελληνική ταυτότητα του Σολωμού δημιουργήθηκε μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, όχι μέσα στα σύνορα ενός ήδη ελεύθερου ελληνικού κράτους.
Ο πατέρας του, ο κόντες Νικόλαος Σολωμός, ήταν εύπορος ευγενής. Η μητέρα του, η Αγγελική Νίκλη, εργαζόταν ως υπηρέτρια στο σπίτι του. Η ληξιαρχική πράξη βάπτισης που παραθέτει το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων ονομάζει τον Διονύσιο «παιδίον αρσενικόν φυσικόν». Πρόκειται για τη γλώσσα του τότε δικαίου, όχι για χαρακτηρισμό που οφείλουμε να υιοθετήσουμε σήμερα. Στην ίδια οικογένεια γεννήθηκε και ο Δημήτριος. Ο γάμος των γονιών τους, λίγο πριν από τον θάνατο του πατέρα το 1807, συνδέθηκε με τη νομιμοποίηση των παιδιών και την κληρονομική τους θέση.
Αυτό το τεκμήριο φωτίζει μια πραγματική αντίφαση. Ο μελλοντικός εθνικός ποιητής είχε οικονομικές δυνατότητες που οι περισσότεροι συνομήλικοί του δεν είχαν, αλλά η θέση του μέσα στην οικογενειακή και κοινωνική ιεραρχία δεν ήταν αυτονόητη. Η πράξη της βάπτισης μάς επιτρέπει να προσέξουμε ότι η περιουσία, η καταγωγή και το νομικό καθεστώς ήταν διαφορετικά πράγματα. Η ιδέα ότι η αξία του ανθρώπου μετριέται από το οικογενειακό του όνομα θα επέστρεφε με οδυνηρό τρόπο στην ενήλικη ζωή του.
Το 1808, μετά τον θάνατο του πατέρα, ο Διονύσιος έφυγε για την Ιταλία με τον ιερωμένο Σάντο Ρόσι. Η Βενετία ήταν ο πρώτος σταθμός και η Κρεμόνα ο τόπος όπου συνέχισε τις σπουδές του. Στα «Προλεγόμενα» του 1859 ο Πολυλάς περιγράφει τη δυσκολία προσαρμογής του παιδιού στην αυστηρότητα του πρώτου σχολείου. Είναι η μαρτυρία ενός κοντινού μεταγενέστερου βιογράφου, όχι ημερολόγιο του δεκάχρονου μαθητή. Η διάκριση έχει σημασία: η ιστορία της παιδικής αντίδρασης μπορεί να φωτίζει την εικόνα που διασώθηκε, δεν επιτρέπει όμως μια βέβαιη ψυχολογική διάγνωση του ποιητή.
Η εκπαίδευσή του δεν ήταν μια απλή αναμονή μέχρι να εκδηλωθεί το ταλέντο. Το Μουσείο καταγράφει εξετάσεις και μελέτη ρητορικής, λογικής και άλλων μαθημάτων, ενώ η αλληλογραφία του διασώζει την περηφάνια του για τη διάκρισή του στη ρητορική. Στην Παβία γράφτηκε στη Νομική το 1815. Η ιταλική λογοτεχνία, οι ποιητικές συναναστροφές και η κλασική παιδεία αποτέλεσαν τη σκευή με την οποία επέστρεψε. Η ελληνική δημιουργία που ακολούθησε δεν απαιτούσε να πετάξει αυτή τη σκευή. Απαιτούσε να τη χρησιμοποιήσει σε μια γλώσσα που έπρεπε να δουλέψει με διαφορετική επιμονή.
Το 1818 γύρισε στη Ζάκυνθο. Έγραφε ιταλικά ποιήματα, αυτοσχεδίαζε και συμμετείχε σε συντροφιές λογίων. Ο Λουδοβίκος Στράνης τύπωσε το 1822 τα «Rime improvvisate», δηλώνοντας ότι η έκδοση έγινε χωρίς να γνωρίζει ο ποιητής. Ο Σολωμός της περιόδου αυτής δεν είναι ακόμη ο σιωπηλός ηλικιωμένος που συχνά προβάλλεται στις αναπαραστάσεις του. Είναι νέος που δοκιμάζει ρυθμούς, σατιρίζει, διαβάζει και αναζητεί αναγνώστες. Η δημιουργική του πορεία περιλαμβάνει τη χαρά της παρέας και την εξωστρέφεια, πριν συνδεθεί τόσο έντονα με την απομόνωση και την αδιάκοπη επεξεργασία.
Στο τέλος του 1822 άρχισε η γνωστή επαφή του με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, όπως την τοποθετεί το ζακυνθινό Μουσείο. Η παράδοση της συνάντησης απέκτησε σχεδόν ιδρυτική θέση στην εθνική βιογραφία: ένας ιστορικός ενθαρρύνει έναν προικισμένο νέο να γράψει ελληνικά. Όμως ο Σολωμός είχε ήδη ελληνόγλωσσες απόπειρες. Η βοήθεια του Τρικούπη στη μελέτη της γλώσσας δεν σημαίνει ότι πριν από αυτήν ο ποιητής ήταν αποκομμένος από κάθε ελληνικό άκουσμα. Η συνάντηση υπήρξε συνεργασία και ώθηση σε μια διαδρομή που είχε αρχίσει, όχι μαγική μεταμόρφωση σε μία νύχτα.
Η λεπτομέρεια ότι χρησιμοποιούσαν τα «Λυρικά» του Αθανάσιου Χριστόπουλου έχει μεγαλύτερη αξία από ένα εντυπωσιακό ανέκδοτο. Δείχνει ότι η γλωσσική επάρκεια καλλιεργείται με κείμενα, ακρόαση, δοκιμή και συντροφικό έλεγχο. Ο Σολωμός χρειάστηκε να γίνει μαθητής εκεί όπου αργότερα θα γινόταν δάσκαλος. Για έναν αναγνώστη που θεωρεί ότι η δημιουργία προϋποθέτει έτοιμη τελειότητα, αυτή η διαδρομή είναι απελευθερωτική. Η καταγωγή και το ταλέντο δεν υποκαθιστούν την εργασία. Η γνώση μιας άλλης γλώσσας επίσης δεν είναι μειονέκτημα όταν γίνεται μέσο σύγκρισης και βαθύτερης κατανόησης.
Το 1824 έγραψε τον «Διάλογο», όπου ο Ποιητής, ο Φίλος και ο Σοφολογιότατος συζητούν για τη γλώσσα. Η θέση του υπέρ της ομιλουμένης ήταν μαχητική. Δεν ταύτιζε όμως την ποιητική δημιουργία με την άκριτη καταγραφή οποιασδήποτε καθημερινής φράσης. Αναγνώριζε τη γλώσσα του λαού ως αφετηρία και τον συγγραφέα ως υπεύθυνο για τη μορφή του έργου. Ο κρίσιμος διαχωρισμός είναι ανάμεσα στον σεβασμό των ζωντανών λέξεων και στην παραίτηση από την τέχνη. Ο Σολωμός διεκδικούσε το πρώτο και εργαζόταν αδιάκοπα για τη δεύτερη, χωρίς να χρειάζεται μια επίπλαστη αρχαιότητα για να αποδείξει ελληνικότητα.
Εδώ συναντάται με μια άλλη μεγάλη διαδρομή του ελληνικού πολιτικού λόγου, εκείνη του Ρήγα Βελεστινλή και του Θούριου. Οι δύο δημιουργοί έχουν διαφορετικές ζωές και διαφορετικά κείμενα, αλλά η προσέγγιση στον άνθρωπο που πρέπει να καταλάβει και να κινηθεί είναι ουσιώδης και για τους δύο. Ο δημόσιος λόγος δεν δικαιώνεται μόνο επειδή εκφωνείται από μορφωμένους. Δικαιώνεται και από τη δυνατότητα των ανθρώπων να τον ακούσουν, να τον κρίνουν και να συμμετάσχουν. Η γλωσσική επιλογή του Σολωμού αποκτά έτσι πολιτικό βάθος, χωρίς να χρειάζεται να τον παρουσιάσουμε ως συντάκτη σύγχρονου κομματικού προγράμματος.
Ο Ύμνος, ο πόλεμος και οι άνθρωποι που η δόξα δεν πρέπει να κρύβει
Τον Μάιο του 1823 ο Σολωμός έγραψε στη Ζάκυνθο τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν». Το ποίημα αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές. Σήμερα ακούγονται συνήθως οι δύο πρώτες, αλλά η Προεδρία της Δημοκρατίας διευκρινίζει ότι το 1865 καθιερώθηκαν οι πρώτες 24 ως Εθνικός Ύμνος. Μεσολάβησαν δεκαετίες από τη συγγραφή ως τη θεσμική καθιέρωση, και ο ποιητής δεν ζούσε όταν αυτή πραγματοποιήθηκε. Η εθνική τελετή είναι επομένως ένα μεταγενέστερο κεφάλαιο της ιστορίας του έργου. Για να γνωρίσουμε τον Σολωμό πρέπει να επιστρέψουμε και στο εκτενές ποίημα που βρίσκεται πίσω από την επίσημη ανάκρουση.
Το ποίημα απευθύνεται στην Ελευθερία ως παρουσία που έχει υποστεί ταπείνωση και τώρα αναδύεται μέσα από τον Αγώνα. Δεν περιορίζεται σε έναν κατάλογο μαχών. Περιλαμβάνει μνήμη, φόβο, αναζήτηση ξένης βοήθειας, επίκληση δικαιοσύνης και αγωνία για τη διχόνοια. Ο αναγνώστης χρειάζεται να παρακολουθήσει τη διαδρομή του και να προσέξει τις μεταβολές του τόνου. Η τιμή στους νεκρούς και ο ενθουσιασμός για τους αγωνιστές συνυπάρχουν με το ερώτημα τι μπορεί να διαλύσει έναν κοινό σκοπό από μέσα. Η ηχηρή δημόσια χρήση του τίτλου δεν εξαντλεί αυτή την εσωτερική κίνηση.
Υπάρχει επίσης η σκληρότητα του επαναστατικού πολέμου. Ο «Ύμνος» περιέχει εικόνες βίας και αίματος, που δεν πρέπει να εξαφανίζονται για να προκύψει ένα βολικό σχολικό πορτρέτο. Η ανάγνωση απαιτεί ιστορικό πλαίσιο: ένας ποιητής γράφει ενώ ο αγώνας για ανεξαρτησία παραμένει αβέβαιος και η πολεμική εμπειρία οργανώνει τον δημόσιο λόγο. Η κατανόηση αυτού του πλαισίου δεν επιβάλλει στον σημερινό αναγνώστη να υιοθετήσει ως διαχρονικό ηθικό κανόνα κάθε πολεμική εικόνα. Μπορούμε να τιμούμε την απελευθέρωση και ταυτόχρονα να εξετάζουμε με προσοχή πώς η ποίηση μετασχηματίζει την οργή και τον θάνατο.
Η ευρωπαϊκή διαδρομή του «Ύμνου» έχει συγκεκριμένα ονόματα και έντυπα. Το 1825 τυπώθηκε με γαλλική μετάφραση του Στανισλάς Ζυλιέν στη συλλογή του Κλωντ Φοριέλ, δημοσιεύθηκε σε αγγλική μετάφραση του Τσαρλς Μπρίνσλεϊ Σέρινταν και εκδόθηκε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι με ιταλική μετάφραση του Γκαετάνο Γκρασέτι. Το ζακυνθινό Μουσείο σημειώνει την επιθυμία του ποιητή να ελέγξει μια μετάφραση που θα απέδιδε καλύτερα το έργο του. Η μετάφραση ήταν μέρος της δημόσιας ζωής του ποιήματος, όχι δευτερεύον στολίδι. Άνθρωποι έξω από την Ελλάδα θα το διάβαζαν μέσα από τις λέξεις αυτών των συνεργατών.
Η μουσική μορφή χρωστά πολλά στον Νικόλαο Μάντζαρο. Η Προεδρία τοποθετεί μια πρώτη μελοποίηση στο 1829 για τετράφωνη ανδρική χορωδία και εξηγεί ότι δεν ήταν εμβατήριο. Η σημερινή ακουστική εμπειρία έχει επομένως ιστορία επεξεργασιών και προσαρμογών. Ο ποιητής και ο συνθέτης δεν είναι ανταγωνιστές για τη δόξα. Η συνεργασία τους δημιούργησε έναν τρόπο με τον οποίο ο λόγος έφθασε σε ανθρώπους που ίσως δεν θα διάβαζαν ολόκληρο το έντυπο. Στην αναγνώριση του Σολωμού χρειάζεται να αναγνωρίζουμε και την εργασία όσων μετέφρασαν, μελοποίησαν, τύπωσαν και διέσωσαν το έργο.
Από αυτή την άποψη η σχέση ποίησης και μουσικής συνεχίζεται σε μεταγενέστερες μορφές, όπως δείχνει το αφιέρωμά μας στον Μίκη Θεοδωράκη. Η σύνδεση δεν εξισώνει δύο εποχές ούτε αποδίδει στον Σολωμό τις επιλογές ενός δημιουργού του εικοστού αιώνα. Επιτρέπει όμως να αναρωτηθούμε πώς το γραπτό γίνεται κοινό βίωμα. Μια μελωδία μπορεί να δώσει διάρκεια σε έναν στίχο και συγχρόνως να περιορίσει στη συλλογική μνήμη το μεγαλύτερο έργο από το οποίο τον πήρε. Η επανάληψη έχει δύναμη, αλλά χρειάζεται και ανάγνωση για να μη γίνει υποκατάστατο της σκέψης.
Η ποίηση του Σολωμού δεν τιμά μόνο τον μαχητή στην ώρα της σύγκρουσης. Το επίγραμμα «Η καταστροφή των Ψαρών» στρέφεται σε έναν τόπο ερήμωσης, όπου η Δόξα αναζητεί εκείνους που χάθηκαν. Η συμπύκνωση της εικόνας έχει σημασία: το ποίημα δεν αναπαριστά μια εύκολη νίκη ούτε παρέχει αναλυτικό ιστορικό απολογισμό. Ο άδειος τόπος και η μνήμη των νεκρών οργανώνουν την εμπειρία του. Αν ζητήσουμε από το επίγραμμα να λειτουργήσει σαν πλήρης πολεμική έκθεση, θα το παρανοήσουμε. Αν το διαβάσουμε ως άσκηση προσοχής στην απουσία, καταλαβαίνουμε γιατί λίγοι στίχοι μπορούν να μεταφέρουν τόσο μεγάλη ιστορική οδύνη.
Το Μεσολόγγι γίνεται κεντρικό στη δημιουργία του, αλλά χρειάζεται να ξεχωρίζουμε την ιστορική πολιορκία από την ποιητική της επεξεργασία. Οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» έχουν ως αφετηρία τον αγώνα της πόλης και την Έξοδο του 1826. Ο Σολωμός δεν παρουσιάζεται ως αυτόπτης χρονικογράφος μέσα στα τείχη. Δούλεψε το θέμα επί χρόνια και σε διαφορετικά σχεδιάσματα. Η απόσταση τού επέτρεψε να αναζητήσει κάτι πέρα από την καταγραφή του συμβάντος: πώς οι άνθρωποι μένουν εσωτερικά ελεύθεροι όταν εξωτερικά στερούνται τις δυνατότητες της ζωής. Η τιμή στη συλλογική αντίσταση δεν μετατρέπεται έτσι σε προσωπικό πολεμικό κατόρθωμα του ποιητή.
Στο πρώτο απόσπασμα του δεύτερου σχεδιάσματος η μητέρα κοιτάζει ένα πουλί που βρίσκει τροφή, ενώ ένας Σουλιώτης νιώθει το τουφέκι του βαρύ. Η πείνα εισέρχεται στο ποίημα ως σωματική πραγματικότητα. Ο αγωνιστής δεν παύει να είναι γενναίος επειδή κλαίει ή επειδή εξαντλείται. Αυτή είναι μια από τις πιο ανθρώπινες πλευρές της σολωμικής ηρωικής εικόνας. Η ανδρεία αποκτά μέγεθος ακριβώς επειδή το σώμα δεν είναι άτρωτο. Η αντίσταση δεν προϋποθέτει την απουσία φόβου, ανάγκης και αγάπης για τη ζωή. Προϋποθέτει την επιλογή μέσα σε αυτές τις συνθήκες.
Στο επόμενο απόσπασμα η άνοιξη αυξάνει τον πόνο. Η φύση προσφέρει ομορφιά την ίδια ώρα που η πολιορκία απειλεί να στερήσει τη δυνατότητα να τη ζήσουν. Η απώλεια γίνεται οδυνηρότερη επειδή ο κόσμος παραμένει επιθυμητός. Η σύγκρουση δεν είναι μόνο ανάμεσα σε αντίπαλους στρατούς. Είναι και ανάμεσα στην επιθυμία να διασωθεί κανείς και στην απόφαση να μην παραδοθεί. Η ανάγνωση αυτή εξηγεί γιατί ο ποιητής επιμένει σε λουλούδια, νερά και μικρά ζωντανά πλάσματα. Τα φυσικά στοιχεία δημιουργούν πραγματικό διακύβευμα για τη θυσία, αντί να υπηρετούν απλώς μια διακοσμητική περιγραφή του τοπίου.
Ο «Πειρασμός» του τρίτου σχεδιάσματος επανέρχεται σε αυτή τη δύναμη της φύσης με διαφορετική μουσική και μορφή. Η αλλαγή δεν είναι μηχανική διόρθωση λέξεων. Είναι αναζήτηση άλλου τρόπου με τον οποίο η ίδια δοκιμασία μπορεί να γίνει αισθητή. Η ομορφιά δεν παρουσιάζεται ως κακό που πρέπει να περιφρονηθεί. Είναι μέρος της ζωής που κάνει την απόφαση τόσο ακριβή. Για τον σημερινό αναγνώστη, το πιο έντιμο συμπέρασμα δεν είναι ότι κάθε καθημερινή δυσκολία ισοδυναμεί με το Μεσολόγγι. Είναι ότι η ελευθερία ως αξία δεν μετριέται επαρκώς όταν αγνοούμε όσα διακινδυνεύουν οι άνθρωποι που τη διεκδικούν.

Η σκληρή οικογενειακή δίκη και η ποίηση της δοκιμασίας
Στο τέλος του 1828 ο Σολωμός εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα. Βρέθηκε κοντά σε έναν κύκλο φίλων, μουσικών, ποιητών και στοχαστών. Από το 1832 έζησε στο σπίτι που συνδέεται σήμερα με το κερκυραϊκό Μουσείο Σολωμού, ιδιοκτησίας τότε του Φλαμίνιο Λόλλι. Η απομάκρυνση από τη Ζάκυνθο δεν ήταν απαλλαγή από τις προσωπικές δυσκολίες. Λίγα χρόνια αργότερα η οικογενειακή διαμάχη θα έφερνε στο προσκήνιο τα θέματα του ονόματος και της κληρονομιάς. Η ώριμη ποιητική περίοδος δεν σχηματίζεται έξω από τη ζωή του ανθρώπου που γράφει, αλλά ούτε εξηγείται ολόκληρη από μία μόνο τραυματική εμπειρία.
Ο Ιωάννης Λεονταράκης, γιος της Αγγελικής από τον δεύτερο γάμο της, διεκδίκησε το 1833 να αναγνωριστεί ως γιος του Νικολάου Σολωμού. Η διαμάχη αφορούσε την περιουσία και το ποιοι θεωρούνταν νόμιμοι κληρονόμοι. Ο Διονύσιος και ο Δημήτριος αντέδρασαν στη χρήση του οικογενειακού τους ονόματος και η υπόθεση οδηγήθηκε στα δικαστήρια. Το ζακυνθινό Μουσείο παρουσιάζει τη σειρά των αιτήσεων και των αγωγών, δίνοντας στην υπόθεση τη συγκεκριμένη νομική της μορφή. Οι αποφάσεις ήταν ευνοϊκές για τους δύο αδελφούς, με την απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου της Δικαιοσύνης το 1838 να κλείνει τη δικαστική διαδρομή.
Δεν είναι ανάγκη να μετατρέψουμε την Αγγελική Νίκλη σε μονοδιάστατη προδότρια για να καταλάβουμε τον πόνο του ποιητή. Οι σχέσεις της οικογένειας και τα κίνητρα όλων των πλευρών δεν αποκαθίστανται πλήρως από τις συνοπτικές αφηγήσεις. Εκείνο που βεβαιώνεται είναι ότι ο Σολωμός βρέθηκε να υπερασπίζεται δικαστικά τη θέση του και ότι η σύγκρουση επηρέασε τις σχέσεις του με τη μητέρα και τα ετεροθαλή αδέλφια του. Η δικαίωση μιας πλευράς δεν μας παραχωρεί πρόσβαση σε κάθε εσωτερικό κίνητρο των άλλων. Η δικαστική απόφαση κλείνει μια συγκεκριμένη διαφορά· δεν κλείνει αυτομάτως τις ανθρώπινες πληγές ούτε εξηγεί πλήρως τη σιωπή ή την απόσταση που ακολούθησε.
Η κοινωνική αντίφαση παραμένει ισχυρή. Ο δημιουργός που υπερασπιζόταν τη γλώσσα του λαού ήταν ο ίδιος κάτοχος περιουσίας και δικαιούχος ενός ονόματος με κοινωνικό βάρος. Αυτό δεν ακυρώνει την ποιητική του θέση. Μας προφυλάσσει όμως από το να τον εμφανίσουμε ως άνθρωπο έξω από κάθε προνόμιο. Η αξία ενός έργου και η θέση του δημιουργού του δεν ταυτίζονται. Μπορούμε να αναγνωρίζουμε ότι το οικογενειακό εισόδημα του έδωσε χώρο για μελέτη, να βλέπουμε τη σκληρότητα της σύγκρουσης και συγχρόνως να διαβάζουμε τη συμπόνια του για πρόσωπα που είχαν πολύ λιγότερη προστασία.
Η περίπτωση της «Φαρμακωμένης» φωτίζει αυτή την πλευρά. Το ποίημα του 1826 συνδέεται, σύμφωνα με το Μουσείο, με την αυτοκτονία μιας νέας που έμαθε ότι ο αγαπημένος της ήταν παντρεμένος. Ο ποιητής στρέφεται εναντίον της κοινωνικής καταδίκης της και υπερασπίζεται την αδικημένη της θέση. Δεν χρειάζεται να αναπαραγάγουμε μια σύγχρονη ψυχιατρική εξήγηση ούτε να ρομαντικοποιήσουμε τον θάνατο. Το ουσιώδες είναι η δημόσια κατανομή της ντροπής: μια κοινωνία που μπορεί εύκολα να κρίνει τη γυναίκα και δυσκολότερα να αναγνωρίσει την εξαπάτηση, την ευθύνη ή τον πόνο της. Η ποίηση παίρνει θέση εκεί όπου η εύκολη ηθικολογία θα απέκλειε το πρόσωπο.
Ανάλογη δοκιμασία της δημόσιας συνείδησης δημιουργεί «Η Γυναίκα της Ζάκυθος». Στο πεζό αυτό ο αφηγητής είναι ο Ιερομόναχος Διονύσιος, μια λογοτεχνική φωνή. Οι γυναίκες του Μεσολογγίου ζητούν βοήθεια και μια γυναίκα που ζει στην ασφάλεια τις αντιμετωπίζει με εχθρότητα. Δεν πρέπει να εκλάβουμε τους διαλόγους ως απομαγνητοφωνημένη μαρτυρία πραγματικών προσφύγων. Είναι η κατασκευή ενός συγγραφέα που δραματοποιεί την αντίθεση ανάμεσα στην ανάγκη και στην αυτάρεσκη ασφάλεια. Το αποτέλεσμα είναι οξύ: η ελευθερία μπορεί να εξυμνείται δημοσίως και την ίδια ώρα ο άνθρωπος που πλήρωσε γι’ αυτήν να αντιμετωπίζεται ως βάρος.
Οι ταυτίσεις της κεντρικής γυναίκας με συγκεκριμένα πρόσωπα της οικογένειας ή της τοπικής κοινωνίας παραμένουν αντικείμενο ερμηνείας. Δεν χρειάζεται να λυθεί οριστικά αυτή η φιλολογική διαφωνία για να φανεί η δύναμη του κειμένου. Ο αναγνώστης μπορεί να προσέξει τον τρόπο με τον οποίο η βολεμένη ηρωίδα αποδίδει στις κατατρεγμένες την ευθύνη για την καταστροφή τους. Η έλλειψη αλληλεγγύης ντύνεται με επιχειρήματα λογικοφανή και η κακία προσπαθεί να εμφανιστεί ως συνετή κρίση. Αυτή είναι μια μορφή κοινωνικής αυτοδικαίωσης που ο ποιητής αποκαλύπτει μέσα από τη φωνή και τη συμπεριφορά του προσώπου.
Ο «Κρητικός», που δουλεύτηκε το 1833 και το 1834, ανοίγει μια διαφορετική διαδρομή. Ο ανώνυμος ήρωας αφηγείται πώς πάλεψε στη θάλασσα προσπαθώντας να σώσει την αγαπημένη του. Η αφήγηση δεν ξεκινά από την ασφαλή θέση ενός νικητή. Ο άνθρωπος που μιλά έχει γνωρίσει πόλεμο, ναυάγιο και απώλεια, και ζει ως επαίτης. Ο κόσμος του ποιήματος περιέχει μεταφυσικές εικόνες και μια εμπειρία αποκάλυψης, αλλά αυτές ανήκουν στη λογοτεχνική του οργάνωση. Δεν αποτελούν ιστορική απόδειξη υπερφυσικού περιστατικού. Η ποιητική αλήθεια βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο αφηγητής προσπαθεί να καταλάβει την οδύνη του.
Στο τέλος ο Κρητικός φθάνει στην ακτή και διαπιστώνει την απώλεια. Η προσπάθειά του δεν ανταμείβεται με μια εύκολη σωτηρία που θα καθησύχαζε τον αναγνώστη. Η ηθική αξία της πράξης του δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την επιτυχία. Κι όμως, αυτή η αποτυχία δεν πρέπει να μικρύνει σε γενικόλογο μάθημα ότι όλα γίνονται για καλό. Ο Σολωμός αφήνει τον πόνο να παραμείνει. Το χέρι του ανθρώπου που άλλοτε αναζητούσε όπλο στρέφεται πια προς τον διαβάτη για ψωμί. Η μεταβολή αποκαλύπτει έναν άλλο ορίζοντα δύναμης, όπου η ανάγκη και η ευαλωτότητα έχουν θέση στην ανθρώπινη ιστορία.
Το 1847 μια πραγματική θανατηφόρα επίθεση καρχαρία σε νέο Άγγλο στρατιώτη στην Κέρκυρα έδωσε την αφετηρία του «Πόρφυρα». Το όνομα δεν δηλώνει εδώ ένα φανταστικό τέρας αλλά την τοπική ονομασία του καρχαρία. Ο ποιητής επεξεργάστηκε το έργο χωρίς να φθάσει σε οριστική ολοκληρωμένη μορφή. Η επιλογή ενός Άγγλου ως κεντρικού προσώπου έχει ιδιαίτερη σημασία: η συμπάθεια προς μια ανθρώπινη ζωή δεν περιορίζεται αυτόματα από την πολιτική αντίθεση προς τη βρετανική εξουσία στα Επτάνησα. Το συγκεκριμένο πρόσωπο και ο θεσμός της κυριαρχίας δεν είναι το ίδιο πράγμα, και η ποίηση μπορεί να κρατά ανοιχτή αυτή τη διάκριση.
Η μελέτη του ωρίμαζε και μέσα από την εργασία άλλων. Το Μουσείο διατηρεί τους 24 κώδικες του Νικολάου Λούντζη, με μεταφράσεις γερμανικής λογοτεχνίας και φιλοσοφίας στα ιταλικά για τον Σολωμό. Το αντικείμενο αυτό είναι πολύ πιο χρήσιμο από τον μύθο μιας απομονωμένης ιδιοφυΐας που τα γνώριζε όλα χωρίς βοήθεια. Μια γλώσσα γίνεται γέφυρα για μια άλλη, ένας φίλος μεταφράζει, ο ποιητής διαβάζει και μετασχηματίζει. Το έργο δεν προκύπτει από απλή αντιγραφή της φιλοσοφίας. Η ίδια η συνάντηση της φιλοσοφικής σκέψης με την εμπειρία της πείνας, του έρωτα και της απώλειας δημιουργεί το δύσκολο ποιητικό του πρόβλημα.
Τα χειρόγραφα, ο θάνατος και η ευθύνη της σημερινής μνήμης
Το 1844 ο Σολωμός προχώρησε σε νέα επεξεργασία των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», σε ανομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο. Η μαρτυρία του Πολυλά για αυτή την επιλογή δείχνει έναν δημιουργό που αμφισβητεί μορφές ήδη δουλεμένες επί χρόνια. Η τελειοθηρία δεν εξηγεί μόνη της όλη την αποσπασματικότητα, ούτε η οικογενειακή δίκη παρέχει μια πλήρη αιτία. Η φιλολογική έρευνα συζητεί το σύνθετο πρόβλημα της μορφής, της σύνθεσης και της εκδοτικής αποκατάστασης. Για τον αναγνώστη αρκεί αρχικά να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα σε διαφορετικά σχεδιάσματα ενός έργου και σε κεφάλαια που ο ποιητής ενέκρινε να ενωθούν χωρίς επιφύλαξη.
Η αποσπασματικότητα αλλάζει και τη δική μας ευθύνη. Ένας στίχος μπορεί να κυκλοφορεί μόνος και να αποκτά τη δύναμη αποφθέγματος, αλλά η θέση του μέσα στο σχέδιο χρειάζεται εξέταση. Μια σημείωση προς τον εαυτό του δεν είναι πάντα τελική δημόσια δήλωση. Μια ιταλική οδηγία του ποιητή που γνωρίζουμε σε ελληνική μετάφραση πρέπει να αποδίδεται ως τέτοια. Όταν η μνήμη παραλείπει αυτές τις διακρίσεις, η ανάγκη για έναν αδιαμφισβήτητο εθνικό δάσκαλο μπορεί να παράγει αποσπάσματα που ακούγονται βολικά, αλλά διαβάζονται λανθασμένα. Ο σεβασμός προς τον Σολωμό απαιτεί να ακούμε και τη δική του αναζήτηση, όχι μόνο όσα θα θέλαμε να μας είχε πει.
Στο Μουσείο της Ζακύνθου, το χειρόγραφο με αριθμό 4 είναι αντίγραφο του ιταλόγλωσσου εγκωμίου για τον Ούγο Φόσκολο. Ο κατάλογος το συνδέει πιθανότατα με τον αντιγραφέα Σπυρίδωνα Πήλικα και επισημαίνει διορθώσεις και προσθήκες από το χέρι του Σολωμού. Πρόκειται για μικρό αλλά ουσιαστικό τεκμήριο εργασίας. Η αντιγραφή, η επιθεώρηση και η μεταβολή του κειμένου αφήνουν ίχνη που μπορούμε να εξετάσουμε. Το ίχνος αυτό δεν αφηγείται όσα σκεφτόταν ο ποιητής κάθε στιγμή. Μας επιτρέπει όμως να δούμε ότι η γραφή ήταν διαδικασία, με δεύτερες σκέψεις, προσθήκες και συνεργασία.
Η επιστροφή του στην ιταλόγλωσση δημιουργία μετά το 1847 επίσης περιπλέκει την απλουστευμένη βιογραφία. Δεν υπάρχει μια απόλυτα ευθύγραμμη αφήγηση κατά την οποία ο Σολωμός εγκαταλείπει οριστικά την ιταλική γλώσσα για να γίνει Έλληνας. Η δίγλωσση πορεία του συνεχίζεται και μεταβάλλεται. Αυτή η πραγματικότητα δεν αφαιρεί τίποτε από τη σημασία της ελληνόγλωσσης ποίησής του. Μας βοηθά να ξεχωρίζουμε την αφοσίωση σε έναν τόπο και σε μια γλώσσα από την αξίωση να κλειστεί ο δημιουργός σε έναν μόνο πνευματικό κόσμο. Η επιμονή του στη δημοτική είχε μέσα της ευρωπαϊκό διάλογο και ελληνική ακρόαση μαζί.
Τα τελευταία χρόνια δεν ήταν απλώς μια αδιάλειπτη μοναξιά. Οι θεσμικές βιογραφίες καταγράφουν φιλίες, αλληλογραφία και επαφές με ανθρώπους της Κέρκυρας, παρά την αυξημένη απομόνωση που του αποδίδεται. Το 1851 σημειώνεται η πρώτη εγκεφαλική συμφόρηση. Πέθανε στην Κέρκυρα στις 9 Φεβρουαρίου 1857, ημερομηνία που στην κερκυραϊκή μουσειακή τεκμηρίωση δίνεται και ως 9/21 Φεβρουαρίου, με τη διαφορά των ημερολογίων. Το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας αναφέρει ως αιτία την εγκεφαλική συμφόρηση. Αυτός είναι ιστορικός όρος της τεκμηρίωσης, όχι βάση για μια λεπτομερή σύγχρονη ιατρική διάγνωση που δεν διαθέτουμε.
Ο Πολυλάς, στα «Προλεγόμενα» του 1859, περιγράφει το δημόσιο πένθος της Κέρκυρας, τη διακοπή της συνεδρίασης της Επτανησιακής Βουλής και την αναστολή των δημόσιων διασκεδάσεων. Το Μουσείο Καποδίστρια παραθέτει αυτή τη μαρτυρία με τη συγκεκριμένη απόδοση στον συγγραφέα της. Αποτελεί τεκμήριο της δημόσιας θέσης που είχε αποκτήσει ο ποιητής και συγχρόνως φέρει τη στοργή του φίλου και μαθητή. Η αναγνώριση του συναισθήματος μέσα στη μαρτυρία δεν την ακυρώνει. Μας βοηθά να την αξιοποιήσουμε ως λόγο ανθρώπου που ήξερε τον νεκρό, όχι σαν ανεξάρτητη απογραφή κάθε πτυχής της ζωής του.
Η μετακομιδή των οστών του στη Ζάκυνθο έγινε το 1865 με τη φροντίδα του Δημητρίου. Η μεταθανάτια αναγνώριση δεν αφορούσε μόνο τελετές. Έπρεπε να συγκεντρωθούν, να ταξινομηθούν και να εκδοθούν χειρόγραφα. Ο Πολυλάς βρέθηκε μπροστά στην ευθύνη να παραδώσει ένα έργο που ο ίδιος ο δημιουργός δεν είχε οργανώσει σε τελική μορφή. Η έκδοση του 1859 υπήρξε αποφασιστική για τη γνωριμία του κοινού με αυτό. Δεν είναι όμως μια διαφανής πόρτα που εξαφανίζει κάθε εκδοτική απόφαση. Ο τρόπος με τον οποίο ενώνεις, χωρίζεις ή τοποθετείς ένα απόσπασμα μπορεί να επηρεάσει όσα καταλαβαίνει ο αναγνώστης.
Η διαφύλαξη έχει επίσης τη δική της ανθρώπινη διαδρομή. Το ζακυνθινό Μουσείο καταγράφει ότι το 1898 η Ασπασία Σορντίνα Ρίγκλερ κατέθεσε χειρόγραφα που είχαν μείνει στα χέρια του Πολυλά. Σήμερα τα σολωμικά τεκμήρια βρίσκονται σε περισσότερες από μία συλλογές, ενώ η διπλωματική έκδοση των αυτογράφων από τον Λίνο Πολίτη το 1964 έδωσε στους μελετητές τη δυνατότητα να δουν συγκεντρωμένα φωτοτυπίες και μεταγραφές. Η λέξη «διπλωματική» εδώ δηλώνει εκδοτική αποτύπωση των χειρογράφων, όχι διπλωματία κρατών. Η γνώση του Σολωμού στηρίζεται λοιπόν και σε εργασία αρχειονόμων, επιμελητών και ανθρώπων που παρέδωσαν υλικό στην κοινή μνήμη.
Το σπίτι της Κέρκυρας όπου έζησε καταστράφηκε στους ιταλικούς βομβαρδισμούς του 1941. Η Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών άρχισε την αναστήλωσή του το 1961, με επιστημονική και τεχνική εργασία συγκεκριμένων ανθρώπων. Το σημερινό Μουσείο δεν είναι ένας χώρος ανέγγιχτος από την Ιστορία. Είναι και αποτέλεσμα μιας συλλογικής απόφασης να ξαναδοθεί τόπος στη μνήμη. Αυτό έχει βάθος που συχνά χάνεται όταν η πολιτιστική κληρονομιά αντιμετωπίζεται μόνο ως φωτογραφικό φόντο. Ο τόπος επίσκεψης χρειάζεται συντήρηση, γνώση, πρόσβαση και συνέχεια. Η τιμή στον ποιητή αποκτά υπόσταση όταν τα τεκμήρια παραμένουν διαθέσιμα για έλεγχο και ανάγνωση.
Η σχέση της εθνικής συνείδησης με τη γλώσσα συνεχίζεται σε διαφορετικό πλαίσιο στο έργο του Οδυσσέα Ελύτη. Η σύγκριση δεν ζητεί να αποφασίσουμε ποιος είναι «περισσότερο Έλληνας». Ζητεί να προσέξουμε πώς η μορφή και η γλώσσα μεταφέρουν τη μνήμη χωρίς να την ακινητοποιούν. Το 2026, με τον πρώτο εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας μετά την ανακήρυξή της από την UNESCO, η ημερομηνία του θανάτου του Σολωμού απέκτησε νέα διεθνή δημόσια παρουσία. Αυτό μπορεί να είναι αφορμή ανάγνωσης, αλλά δεν υποκαθιστά την ανάγνωση. Η τιμητική επέτειος χρειάζεται περιεχόμενο.
Το συγκεκριμένο σημερινό αίτημα μπορεί να είναι απλό και απαιτητικό: σε ένα σχολείο, μια βιβλιοθήκη ή μια δημόσια εκδήλωση για τον Σολωμό να διαβάζεται ένα ολόκληρο απόσπασμα, με την πηγή, το σχεδίασμα και τη φωνή του αφηγητή καθαρά δηλωμένα. Να δίνεται πρόσβαση στο τεκμήριο και χρόνος για διαφωνία, αντί να ζητείται η επανάληψη ενός απομονωμένου αποφθέγματος. Αυτή είναι ειρηνική συλλογική πράξη με μετρήσιμο αποτέλεσμα: άνθρωποι που γνωρίζουν τι διάβασαν και μπορούν να το συζητήσουν. Η ελευθερία δεν τιμάται μόνο με έπαρση σημαίας. Τιμάται και με την ικανότητα να ξεχωρίζουμε την αλήθεια από όσα μας κολακεύουν.
Αν επιστρέψουμε στον άνθρωπο πίσω από τον ύμνο, συναντάμε προνόμια και πληγές, συνεργασίες και απομόνωση, δυνατές επιτυχίες και ανοιχτές συνθέσεις. Η σπουδαιότητά του δεν χρειάζεται να τα σβήσει. Η ελευθερία, η γλώσσα και η συμπόνια για εκείνον που δοκιμάζεται είναι πεδία όπου η δική του ποίηση εξακολουθεί να μας κρίνει ως αναγνώστες. Όταν ακούμε ξανά τις δύο γνώριμες στροφές, θα αρκεστούμε στο αίσθημα που μας προκαλούν ή θα αναζητήσουμε τον μεγαλύτερο κόσμο ανθρώπων, δυσκολιών και ερωτημάτων που βρίσκεται πίσω τους; Τα δικά σας συμπεράσματα.
Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.






