Κωνσταντίνος Κανάρης: η νύχτα της Χίου, η χαμένη Αλεξάνδρεια και το χρέος της ελευθερίας
Ζήτησε ένα πυρπολικό για να επιστρέψει στη μάχη. Είχε χάσει τα Ψαρά και το σκάφος του· η κυβέρνηση αρνήθηκε. Πίσω από τον θρύλο της Χίου ανακαλύπτουμε πλήρωμα με ονόματα, πράξεις που πέτυχαν, σχέδια που χάθηκαν και έναν άνδρα που αργότερα ήρθε αντιμέτωπος με την εξουσία.

Κωνσταντίνος Κανάρης Χίος 1822: Στις 20 Αυγούστου 1824, ο Κωνσταντίνος Κανάρης παρουσιάστηκε στο Βουλευτικό στο Ναύπλιο για να ζητήσει ένα νέο πυρπολικό. Το προηγούμενο είχε χαθεί στις ναυτικές επιχειρήσεις της Σάμου· τα Ψαρά, ο τόπος του, είχαν ήδη καταστραφεί. Το Βουλευτικό εισηγήθηκε να τον εξοπλίσουν ξανά. Το Εκτελεστικό δεν ενέκρινε τότε το αίτημα. Δεν πρόκειται για θρύλο: η αναφορά του και οι αποφάσεις διασώζονται σε δημοσιευμένα έγγραφα της εποχής. Γιατί ένας άνθρωπος που ρίσκαρε τη ζωή του στη Χίο χρειαζόταν να παρακαλέσει για το μέσο με το οποίο θα συνέχιζε να πολεμά; Το τεκμήριο του 1824 μάς αναγκάζει να δούμε μαζί την ανδρεία του και τη συμπεριφορά της επαναστατικής εξουσίας.
Η ιστορία του αρχίζει στο ναυτικό νησί των Ψαρών, όπου το εμπόριο και τα ταξίδια έδιναν σε οικογένειες, καπετάνιους και πληρώματα εμπειρία που αργότερα έγινε πολεμική δύναμη. Το ακριβές έτος γέννησής του παραμένει αντικείμενο διαφωνίας: ιστορικές βιογραφίες δίνουν γύρω στο 1790, άλλες το 1792 ή το 1793. Οι διαφορές δεν εμποδίζουν να καταλάβουμε την πορεία του. Παιδί ακόμη έμαθε τη θάλασσα στα εμπορικά καράβια του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Η αρχειονόμος και ιστορικός Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου κατονομάζει τους γονείς του, Μιχάλη Κανάρη και Μαρία Μπουρέκα, και περιγράφει τα ταξίδια που τον έφεραν ως την Οδησσό. Οι δεξιότητές του είχαν αποκτηθεί με δουλειά, πριν κάποιος τον αποκαλέσει ήρωα.
Μια παλαιότερη μαρτυρία, που παραθέτει η ίδια βιογραφία μέσω του ιστορικού Διονυσίου Καλογερόπουλου, τοποθετεί τον νεαρό Κανάρη σε μεταφορά Σουλιωτών προς τη Λευκάδα το 1807. Πρόκειται για αφήγηση καταγραμμένη μεταγενέστερα, όχι για πρωτότυπο κατάστιχο του συγκεκριμένου πλοίου που εξετάσαμε. Η μαρτυρία παρουσιάζει έναν ναυτικό ήδη εμπλεκόμενο σε ταραγμένα χρόνια, με αυτήν ακριβώς την επιφύλαξη. Δεν τεκμηριώνει από μόνη της ένα βεβαιωμένο προοίμιο του 1821.
Η ιστορικός Αδαμοπούλου αναφέρει ότι πριν από το 1821 ο Κανάρης ταξίδεψε με εμπορικά πλοία από τη Μεσόγειο έως τη Μαύρη Θάλασσα και βρέθηκε ως κυβερνήτης μικρού ιδιόκτητου σκαριού στην Οδησσό. Αυτό εξηγεί τη ναυτική αυτοπεποίθησή του καλύτερα από κάθε αφήγηση που θέλει την ικανότητα να γεννήθηκε ξαφνικά τη νύχτα της Χίου. Σε ένα εμπορικό ταξίδι ο ναυτικός μάθαινε να εκτιμά άνεμο, χρόνο, φορτίο και διαδρομή. Δεν έχουμε ημερολόγιο όλων αυτών των ταξιδιών ούτε γνωρίζουμε ποιες ακριβώς τεχνικές εφάρμοσε αργότερα σε κάθε επίθεση. Έχουμε όμως μια σαφή συνέχεια ανάμεσα στο επάγγελμα και στον κίνδυνο που ανέλαβε.
Το 1817 παντρεύτηκε τη Δέσποινα Μανιάτη, κόρη του ψαριανού πλοιοκτήτη Ανδρέα Μανιάτη. Η ίδια βιογραφική έρευνα καταγράφει επτά παιδιά τους: Νικόλαο, Θεμιστοκλή, Θρασύβουλο, Μιλτιάδη, Λυκούργο, Μαρία και Αριστείδη. Αυτά τα ονόματα αποτρέπουν μια εύκολη παρανόηση: ο άνθρωπος που απομακρυνόταν με μικρή βάρκα από ένα πυρπολικό είχε οικογένεια που θα ζούσε με την έκβαση κάθε αποστολής του. Δεν γνωρίζουμε τι είπε στη γυναίκα ή στα παιδιά του πριν από μια συγκεκριμένη επιχείρηση και δεν θα κατασκευάσουμε τέτοια αποχαιρετιστήρια σκηνή. Γνωρίζουμε όμως ότι δεν πήγαινε σε μια απρόσωπη περιπέτεια.
Ο πλοιοκτήτης Ανδρέας Μανιάτης, πεθερός του Κανάρη, ήταν μέρος της ψαριανής κοινωνίας που έπρεπε να αποφασίσει τι θα διακινδυνεύσει. Δεν γνωρίζουμε τις ιδιωτικές κουβέντες τους, γνωρίζουμε όμως τη δομή του διλήμματος: τα πλοία αποτελούσαν βιοπορισμό και ταυτόχρονα το διαθέσιμο ναυτικό εργαλείο της Επανάστασης. Η μετάβαση από το εμπόριο στον πόλεμο δεν κόστιζε μόνο στους ενόπλους. Επηρέαζε συζύγους, παιδιά, συνεργάτες και νησιώτικες κοινότητες. Γι’ αυτό ο όρος «θυσία» αποκτά νόημα μόνο όταν περιγράφει ποιος έδωσε τι, όχι όταν μπαίνει αυτόματα δίπλα σε ένα επώνυμο.
Τα Ψαρά ύψωσαν επαναστατική σημαία το 1821 και οι στόλοι Ψαρών, Ύδρας και Σπετσών χρειάστηκε να συντονιστούν, παρότι κάθε νησί είχε δικούς του πλοιοκτήτες, έξοδα και αποφάσεις. Ο Κανάρης βρέθηκε αρχικά στον επαναστατικό στόλο ως απλός ναύτης, σύμφωνα τόσο με τη βιογραφική τεκμηρίωση της Αδαμοπούλου όσο και με την ιστορική αναφορά του Πολεμικού Ναυτικού. Ο αγώνας δεν αποτελούνταν από έτοιμα κρατικά πολεμικά πλοία: εμπορικά σκαριά έπρεπε να εξοπλιστούν και πληρώματα να συντηρηθούν. Η προσωπική τόλμη δεν υποκαθιστούσε αυτό το συλλογικό βάρος.
Η συμμετοχή του στη Φιλική Εταιρεία επαναλαμβάνεται κατά καιρούς σαν δεδομένο. Η Αδαμοπούλου επισημαίνει ότι δεν έχει αποδειχθεί η μύησή του. Δεν χρειάζεται να του αποδώσουμε μυστική ιδιότητα για να εξηγήσουμε γιατί ενώθηκε με τους επαναστάτες. Αυτό που βεβαιώνει η πορεία του είναι η πράξη: πέρασε από τη ναυτική εργασία στον κοινό αγώνα. Η διαφορά ανάμεσα στην προφορική παράδοση και στην απόδειξη είναι κρίσιμη αν θέλουμε ιστορική συνείδηση που αντέχει σε ερωτήσεις.
Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε λιθογραφία του Karl Krazeisen από την εποχή του Αγώνα, 1831.


Κωνσταντίνος Κανάρης Χίος 1822: Χίος και Τένεδος: η νίκη είχε πρόσωπα και νεκρούς
Την άνοιξη του 1822 η σφαγή και η αιχμαλωσία στη Χίο έγιναν γνωστές στα νησιά του Αιγαίου και στην Ευρώπη. Η ιστορία των Χιωτών δεν τελείωσε όταν αποχώρησε ένας στόλος. Ακαδημαϊκή έρευνα για τους αιχμαλώτους παρακολουθεί όσους οδηγήθηκαν σε αγορές και τις προσπάθειες συγγενών και άλλων δικτύων να τους εντοπίσουν. Στο υπόβαθρο αυτής της καταστροφής αποφασίστηκε η νυχτερινή επίθεση στον οθωμανικό στόλο. Αν πούμε μόνο ότι «ο Κανάρης εκδικήθηκε», χάνουμε την ανθρώπινη αφετηρία και αποσιωπούμε εκείνους που παρέμειναν αιχμάλωτοι και μετά το στρατιωτικό πλήγμα.
Πριν γίνει γνωστός για τη ναυαρχίδα, η ιστορικός Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου περιγράφει μια αποστολή υποστήριξης που σπάνια μπαίνει στις σχολικές διηγήσεις: ο Κανάρης μαζί με τον Κωνσταντίνο Νικόδημο τοποθετήθηκαν σε σκάφος του Αναγνώστη Παπά για περισυλλογή ναυαγών και επιζώντων της Χίου και της Σάμου. Το συγκεκριμένο καθήκον δεν είχε τη θεαματική εικόνα ενός πυρπολικού, ήταν όμως μέρος της ίδιας ναυτικής προσπάθειας. Μας θυμίζει ότι πριν από το σύμβολο υπήρχε ένας ναυτικός που μπορούσε να μείνει δίπλα στους αδύναμους όταν η επιχείρηση αποτύγχανε.
Η χρονολόγηση της Χίου θέλει την ίδια προσοχή με τα ονόματα. Πολλές ελληνικές αφηγήσεις δίνουν την 6η Ιουνίου 1822, όπως και η επίσημη σελίδα του Πολεμικού Ναυτικού, ενώ ιστορικά κείμενα του 19ου αιώνα χρησιμοποιούσαν ημερολόγιο που μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική αντιστοίχιση στη σύγχρονη καταγραφή. Για τον αναγνώστη το ουσιώδες είναι η ακολουθία: η καταστροφή της Χίου είχε προηγηθεί, ο στόλος βρισκόταν εκεί, και η επίθεση έγινε νύχτα. Δεν πρέπει να στηρίξουμε ένα υποτιθέμενο «ακριβές λεπτό» σε μεταγενέστερη αναπαράσταση.
Τη νύχτα της 6ης Ιουνίου 1822 δύο πυρπολικά πλησίασαν δύο στόχους κοντά στη Χίο. Το ένα το οδήγησε ο Κανάρης προς την οθωμανική ναυαρχίδα, το άλλο ο Ανδρέας Πιπίνος προς διαφορετικό πολεμικό πλοίο. Η ενέργεια απαιτούσε να φέρουν τα σκάφη πολύ κοντά στο εχθρικό ξύλινο κύτος, να μεταδοθεί η φωτιά και να απομακρυνθεί το πλήρωμα με μικρή βάρκα. Ο Κανάρης δεν μπορούσε να διατάξει τον άνεμο ή να γνωρίζει πώς θα αντιδρούσαν οι φρουροί. Οι συνοδευτικοί ναυτικοί και τα πληρώματα διαφυγής αποτελούσαν όρο της επιχείρησης, όχι υποσημείωση στη δόξα ενός ανθρώπου.
Ο Ανδρέας Πιπίνος αξίζει να μείνει μέσα στην ίδια σκηνή ακόμη και αν το δικό του πυρπολικό δεν ολοκλήρωσε την πυρπόληση. Η σχεδίαση με δύο στόχους είχε επιχειρησιακή λογική: θα απασχολούσε περισσότερο τον εχθρικό στόλο και θα αύξανε τις πιθανότητες πλήγματος. Το σχέδιο δεν αποδεικνύει ότι η επιτυχία του Κανάρη ήταν αναπόφευκτη. Εξηγεί όμως γιατί δεν πρόκειται για μεμονωμένο «θαύμα» ενός ανθρώπου που έδρασε χωρίς συντρόφους. Η εθνική μνήμη γίνεται δικαιότερη όταν δίνει θέση και σε μια επικίνδυνη αποστολή που δεν κατέληξε σε θριαμβευτική εικόνα.
Το πυρπολικό του Κανάρη έπιασε τη ναυαρχίδα και η φωτιά προκάλεσε την καταστροφή της· ο οθωμανός ναύαρχος Καρά Αλής σκοτώθηκε. Η προσπάθεια του Πιπίνου απέναντι στο δεύτερο πλοίο δεν είχε την ίδια έκβαση. Το Πολεμικό Ναυτικό μεταφέρει ιστορική εκτίμηση περίπου 2.000 νεκρών στην πρώτη πυρπόληση· δεν πρόκειται για επαληθευμένη ονομαστική καταγραφή και δεν χρησιμοποιούμε τον αριθμό ως εντυπωσιακό τίτλο. Ήταν πραγματική στρατιωτική νίκη και ταυτόχρονα επεισόδιο πολέμου με βαριές ανθρώπινες απώλειες. Η αξιοπρέπεια των θυμάτων της Χίου δεν απαιτεί να αγνοήσουμε τους νεκρούς στο πολεμικό πλοίο.
Μια συγκεκριμένη φωνή της εποχής δίνει μέτρο στην αφήγηση. Ο ψαριανός πλοίαρχος Αναστάσιος Τσαμαδός, σε ημερολογιακή καταγραφή που παραπέμπει η αρχειονόμος Αδαμοπούλου, αναφέρεται στη φωτιά και στην έκρηξη όπως έγιναν αντιληπτές από άλλο ελληνικό σκάφος. Αυτή είναι μαρτυρία για ορατά γεγονότα, όχι πρόσβαση στις σκέψεις του Κανάρη. Η μαρτυρία επιτρέπει να νιώσουμε την αγωνία των λίγων λεπτών χωρίς να επινοήσουμε διάλογο, τον φόβο που «σίγουρα ένιωσε» ή μια θεατρική σκηνή που κανείς δεν κατέγραψε.
Τον Οκτώβριο του 1822 ακολούθησε η επιχείρηση κοντά στην Τένεδο, όπου κάηκε δεύτερο οθωμανικό πλοίο. Η αρχειακή βιογραφία αναφέρει και το πυρπολικό του Γεωργίου Βρατσάνου, που δεν πέτυχε τον δικό του στόχο. Αυτό έχει σημασία για τον τρόπο με τον οποίο κρίνουμε το κατόρθωμα: η ίδια τακτική, την ίδια περίοδο, μπορούσε να αποδώσει διαφορετικό αποτέλεσμα. Ο Κανάρης ξεχώρισε επειδή επανέλαβε με επιτυχία μια εξαιρετικά επικίνδυνη εργασία, όχι επειδή κατείχε κάποιο ανεξήγητο προνόμιο της τύχης.
Στον κατάλογο που υπέγραψε ο Κανάρης τον Αύγουστο του 1824 υπάρχει και τρίτο πλοίο πέρα από τη Χίο και την Τένεδο: κορβέτα στην Αγία Μαρίνα. Η καταχώριση είναι δική του αναφορά, όπως παραδίδεται στον Νικόδημο, και άρα σημαντική πρωτογενής ένδειξη της συνέχειας των επιχειρήσεων. Δεν προκύπτουν από το συγκεκριμένο απόσπασμα όλα τα στοιχεία που θα χρειαζόταν μια αυτάρκης αναπαράσταση της μάχης, όπως η ακριβής σύνθεση της συνοδείας και η πλήρης καταγραφή απωλειών. Η σωστή χρήση του αρχείου είναι να προσθέσει έναν ξεχασμένο σταθμό, χωρίς να του επινοήσει δραματικές λεπτομέρειες.
Ανάμεσα στις επιτυχίες υπήρχαν και τραυματισμοί. Το Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας αναφέρει ότι σε επίθεση του 1823 ο Κανάρης τραυματίστηκε στο χέρι και άνδρες του σκοτώθηκαν. Η μαρτυρία αυτή πρέπει να διαβαστεί δίπλα στον μεταγενέστερο ονομαστικό κατάλογο του πληρώματος, χωρίς να ταυτίσουμε αυτόματα κάθε καταγραμμένο νεκρό με το ίδιο επεισόδιο. Η πραγματική ένταση της πυρπόλησης δεν ήταν η αναμονή για μια θεαματική έκρηξη στην εικόνα μας. Ήταν το ότι άνθρωποι μπορούσαν να μη γυρίσουν, ακόμη κι όταν ο εθνικός απολογισμός κατέγραφε τη δράση ως επιτυχία.
Το πυρπολικό ήταν όπλο περιορισμένων πόρων. Ένα σκάφος καιγόταν σκόπιμα για να πλήξει μεγαλύτερο, και η επιχείρηση μπορούσε να αφήσει το πλήρωμα εκτεθειμένο μέσα στον εχθρικό στόλο. Η τακτική στηριζόταν σε προετοιμασία, συγχρονισμό και θαλάσσια γνώση. Εδώ βρίσκεται η ηρωική διάσταση που αξίζει θαυμασμό: η αποδοχή προσωπικού κινδύνου με συγκεκριμένη εργασία και με εμπιστοσύνη σε άλλους ανθρώπους. Ο Θεμιστοκλής στη Σαλαμίνα ανήκει σε άλλη εποχή και άλλο πόλεμο, όμως και οι δύο ιστορίες δείχνουν γιατί το σχέδιο και ο συντονισμός προηγούνται της πολεμικής φήμης.

Τα χαμένα Ψαρά, οι νεκροί του πληρώματος και το πυρπολικό που δεν δόθηκε
Τον Ιούνιο του 1824 καταστράφηκαν τα Ψαρά. Ο Κανάρης, σύμφωνα με την αρχειακή βιογραφία, βρισκόταν μακριά από το νησί όταν συνέβη η καταστροφή. Για εκείνον δεν ήταν άλλη μία αποτυχία σε έναν χάρτη: ο τόπος όπου μεγάλωσε έπαψε να προσφέρει ασφάλεια στους ανθρώπους του, ενώ επιζώντες Ψαριανοί βρέθηκαν πρόσφυγες και οικογένειες αναζητούσαν δικούς τους. Η απουσία του την ώρα της επίθεσης δεν του αφαιρεί το πένθος· διορθώνει τη συνηθισμένη εικόνα ότι ο ίδιος μπορούσε να βρεθεί και να πολεμήσει σε κάθε πεδίο ταυτόχρονα.
Λίγες εβδομάδες αργότερα έδρασε στη ναυτική άμυνα της Σάμου. Εδώ οι πηγές χρειάζονται προσοχή: μια μεταγενέστερη βιογραφία χαρακτηρίζει ανεπιτυχή μια προσπάθεια πυρπόλησης στις 4 Αυγούστου 1824. Όμως σε κατάλογο του ίδιου του πληρώματος, που δημοσίευσε ο Ψαριανός αγωνιστής Κωνσταντίνος Νικόδημος, ο Κανάρης καταγράφει την πυρπόληση φρεγάτας 56 κανονιών στις 5 Αυγούστου. Το Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας καταγράφει επίσης επιτυχημένη πυρπόληση μέσα στις επιχειρήσεις. Οι δύο καταγραφές δεν πρέπει να συγχωνευθούν απρόσεκτα σε μία «αποτυχημένη» ή μία αδιαμφισβήτητη ενέργεια: μπορεί να αφορούν διακριτές απόπειρες και διαφορετική χρονολόγηση.
Η άμυνα της Σάμου δεν ήταν προσωπική διάσωση από έναν άνθρωπο. Πλοία από τα ναυτικά νησιά, οι μοίρες υπό τον Σαχτούρη και τον Μιαούλη, άλλα πυρπολικά και πληρώματα αντιμετώπισαν την οθωμανική πίεση. Η συμβολή του Κανάρη πρέπει να μετρηθεί μέσα σε αυτή τη μάχη. Αν παραλείψουμε τους άλλους, αφαιρούμε την εξήγηση της νίκης. Αν παραλείψουμε τον Κανάρη, αφαιρούμε μια κρίσιμη πράξη. Η συνεργασία δεν μειώνει τον ήρωα· δείχνει πώς η τόλμη του μπόρεσε να έχει αποτέλεσμα.
Στη διασωσμένη κατάσταση των ανθρώπων του δεν υπάρχει μόνο το διάσημο επώνυμο. Η ερευνήτρια Βικτωρία Μαστραντώνη μεταφέρει από τις σελίδες 546 έως 547 του Υπομνήματος των Ψαρών ονόματα όπως ο Γεώργιος Τσαμπαρλής και ο Ιωάννης Μαυρογιάννης, που καταγράφονται ως πεσόντες σε πολεμική δράση, και ο ιερομόναχος Ιωσάφατ, που συνδέεται με τη Σάμο. Ο κατάλογος αφορά περισσότερες ενέργειες· δεν προκύπτει ότι οι δύο νεκροί σκοτώθηκαν συγκεκριμένα στην ίδια ναυμαχία. Αυτό το όριο στην ερμηνεία είναι μέρος της τιμής που τους οφείλουμε. Η λέξη «πλήρωμα» είχε πρόσωπα, οικογένειες και απώλειες.
Κι έπειτα έρχεται το έγγραφο που κάνει την ιστορία δυσκολότερη. Στις 19 Αυγούστου 1824 υπέβαλε στο Ναύπλιο αναφορά για αντικατάσταση του πυρπολικού που είχε χαθεί και για να υπηρετήσει ξανά. Το Βουλευτικό εξέδωσε θετική εισήγηση στις 20 Αυγούστου, ενώ το Υπουργείο Ναυτικών προώθησε την αναφορά και τον κατάλογο του πληρώματος στις 25 Αυγούστου. Ο Νικόδημος, που δημοσίευσε αργότερα τα κείμενα, καταγράφει ότι το Εκτελεστικό της κυβέρνησης Γεωργίου Κουντουριώτη δεν του έδωσε τότε νέο σκάφος. Αυτό βεβαιώνεται στα έγγραφα όπως παραδίδονται· το προσωπικό κίνητρο όσων απέρριψαν το αίτημα δεν αποδεικνύεται από την απόρριψη μόνη της.
Η αναφορά της 19ης Αυγούστου δεν περιοριζόταν σε μια γενική επίκληση της δόξας του. Ο Νικόδημος διασώζει τη διατύπωση με την οποία ζητούσε «έν ηφαίστειον πλοίον», δηλαδή πυρπολικό, μαζί με τα απαραίτητα για να συνεχίσει. Αυτές οι τρεις λέξεις είναι μικρότερο και ισχυρότερο τεκμήριο από δεκάδες φανταστικούς πατριωτικούς λόγους. Ο αγωνιστής ζήτησε ένα συγκεκριμένο εργαλείο για συγκεκριμένη δουλειά. Η θετική γνώμη του Βουλευτικού δεν είχε από μόνη της την ισχύ να παραδώσει το πλοίο. Η διαδρομή ενός αιτήματος ανάμεσα σε σώματα της επαναστατικής διοίκησης είχε συνέπειες πάνω στη θάλασσα.
Η ίδια αρχειακή παρουσίαση αναφέρει και οικονομικές οφειλές προς ψαριανά πληρώματα, με πρόνοια για οικογένειες που είχαν εκτοπιστεί ή αιχμαλωτιστεί. Αυτό εξηγεί γιατί μια συζήτηση για το ποιος είχε το καλύτερο πυρπολικό δεν εξαντλεί το ιστορικό ζήτημα. Χωρίς πληρωμένα πληρώματα και στοιχειώδη προστασία των δικών τους, η προτροπή «πολεμήστε ξανά» μπορούσε να γίνει απαίτηση που άλλοι αποφάσιζαν και άλλοι πλήρωναν. Η ερευνήτρια θεωρεί την κυβερνητική στάση περιφρονητική· αυτός είναι ο ερμηνευτικός της χαρακτηρισμός. Οι χρονολογημένες αναφορές και η μη χορήγηση τότε νέου σκάφους είναι ο πυρήνας του τεκμηριωμένου γεγονότος.
Ο Κανάρης δεν ζητούσε να καταχωριστεί άλλη μια τιμητική λέξη στο όνομά του. Το αίτημα αφορούσε μέσο μάχης και τα αναγκαία για να επιστρέψει μαζί με τους άνδρες του. Η Μαστραντώνη σημειώνει ότι στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο άλλα ψαριανά πληρώματα ζητούσαν φροντίδα για αιχμαλωτισμένες οικογένειες. Η πραγματική ερώτηση προς τη διοίκηση είναι συγκεκριμένη: πώς στηρίζεις εκείνους που ζητάς να εκτεθούν ξανά στον κίνδυνο; Το να ονομάσουμε την άρνηση «προδοσία» χωρίς πρακτικά που να αποδεικνύουν δόλο θα ήταν εύκολη αλλά ατεκμηρίωτη επίθεση. Η άρνηση ως γεγονός αρκεί για να απαιτεί εξηγήσεις.
Η αρχειακή ιστορία της Σάμου δεν είναι μόνο διαφωνία για το αν πυρπολήθηκε φρεγάτα στις 4 ή στις 5 Αυγούστου. Είναι και ιστορία του πώς κυκλοφορεί η γνώση: ο πυρπολητής υπέγραψε κατάλογο, ο συναγωνιστής του Νικόδημος τον δημοσίευσε χρόνια μετά, η Βικτωρία Μαστραντώνη τον ανέσυρε και άλλοι βιογράφοι περιέγραψαν διαφορετικά μια απόπειρα. Δεν βρέθηκε εδώ πλήρες πρωτότυπο ημερολόγιο κάθε συμμετέχοντος, γι’ αυτό δηλώνουμε ποιες φράσεις στηρίζονται στο έγγραφο και ποιες σε μεταγενέστερη αφήγηση. Η αμφιβολία δεν είναι εμπόδιο στη μνήμη, αλλά ένας τρόπος να μην κάνουμε το πρόσωπο ιδιοκτησία μιας μόνο εκδοχής.
Η ναυμαχία του Γέροντα τον Αύγουστο του 1824 υπήρξε συλλογική δοκιμασία με πλοία και από διαφορετικά νησιά. Η βιογραφική αφήγηση του Ινστιτούτου υποστηρίζει ότι ο Κανάρης έλειπε επειδή δεν είχε αντικατασταθεί το πυρπολικό του. Δεν μπορούμε από αυτό να συμπεράνουμε πως η νίκη «θα ήταν μεγαλύτερη» αν βρισκόταν εκεί. Η πραγματική ιστορία έχει ήδη επαρκή αγωνία: έναν πεπειραμένο πυρπολητή που ζητούσε να επιστρέψει, μια διοίκηση που αποφάσιζε για πόρους, και μια μάχη που δεν περίμενε να λυθούν οι μεταξύ τους διαφωνίες.
Στις μεταγενέστερες αφηγήσεις η χαμένη δυνατότητα να συμμετάσχει στη ναυμαχία του Γέροντα εξαιτίας της έλλειψης πυρπολικού προβάλλεται ως συνέπεια αυτής της απόφασης. Δεν μπορούμε να αποδείξουμε τι θα είχε συμβεί αν συμμετείχε. Μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ένας πεπειραμένος πυρπολητής έμεινε προσωρινά χωρίς σκάφος, την ώρα που η επανάσταση αντιμετώπιζε την οθωμανική και αιγυπτιακή ισχύ. Το τεκμήριο δεν δικαιολογεί έναν φανταστικό θρίαμβο· αναδεικνύει τη διαφορά ανάμεσα σε λόγια θαυμασμού και υλική ευθύνη.
Αργότερα ο Κανάρης βρέθηκε ξανά με πυρπολικό και συνέχισε να συμμετέχει στις επιχειρήσεις. Αυτό δεν ακυρώνει την αρχική άρνηση, ούτε επιτρέπει να γράψουμε ότι εγκαταλείφθηκε για πάντα. Η ακριβής διατύπωση είναι «δεν του δόθηκε τότε». Η διάκριση μπορεί να μοιάζει μικρή, αλλά χωρίζει τη διερεύνηση μιας συγκεκριμένης απόφασης από μια γενική κατηγορία χωρίς όριο χρόνου. Ένας δύσπιστος αναγνώστης δικαιούται να γνωρίζει τόσο το δυσάρεστο έγγραφο όσο και την κατοπινή επιστροφή στη δράση.
Η εποχή του Αγώνα περιείχε και εσωτερικές συγκρούσεις για εξουσία και πόρους. Η Μπουμπουλίνα και οι Σπέτσες προσφέρουν άλλη ανθρώπινη όψη των θαλασσινών κοινοτήτων και του κόστους τους. Η απάντηση στον διχασμό δεν είναι να φτιάξουμε έναν τέλειο, μονολιθικό «λαό» του 1821. Είναι να δούμε ποιες κοινές ανάγκες απαιτούσαν πραγματική συνεννόηση: πλοία, τρόφιμα, διάσωση οικογενειών, σαφείς αποφάσεις και λογοδοσία για τα χρήματα.
Αλεξάνδρεια και Μεσολόγγι: η αποτυχία δεν έσβησε το καθήκον
Την άνοιξη του 1825 η επανάσταση πιεζόταν από την εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Ο στόλος στην Αλεξάνδρεια αποτελούσε κρίσιμο μέρος της αιγυπτιακής πολεμικής δυνατότητας. Ένα πλήγμα στο λιμάνι θα μπορούσε να διαταράξει την εκστρατεία, αλλά δεν ήταν μια ασφαλής επιχείρηση με εξασφαλισμένη έκβαση. Η ιδέα της επίθεσης βασιζόταν στην εμβέλεια των ελληνικών πυρπολικών, όχι σε ισοδύναμη ισχύ πυροβόλων. Στο μεταξύ ο Κανάρης είχε χάσει άλλο πυρπολικό σε ναυτικό ατύχημα όταν συγκρούστηκαν σκάφη ελληνικών πλοίων κοντά στην Κρήτη, σύμφωνα με το Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας.
Η αποστολή στην Αλεξάνδρεια το καλοκαίρι του 1825 οργανώθηκε με πλοία υπό τον Εμμανουήλ Τομπάζη και τον Αντώνιο Κριεζή και με τρία πυρπολικά, των Κανάρη, Αντώνη Θεοφάνη και Μανώλη Μπούτη. Δεν ήταν μια μοναχική επιδρομή. Το σχέδιο προϋπέθετε ότι τουλάχιστον ένα πυρπολικό θα έπληττε πολεμικό πλοίο και η αναταραχή θα διευκόλυνε τη συνέχεια. Εμπόδια συντονισμού, η αντίδραση στο λιμάνι και ο δυσμενής άνεμος αναφέρονται στις ιστορικές αφηγήσεις. Οι λεπτομέρειες και η απόδοση ευθύνης δεν είναι ίδιες σε όλες τις πηγές· γι’ αυτό δεν θα επινοήσουμε έναν μοναδικό ένοχο για την αποτυχία.
Η ιστορική περιγραφή του Ελληνικού Ινστιτούτου Ναυτικής Ιστορίας αναφέρει γαλλικό πολεμικό πλοίο στο λιμάνι και ξένα εμπορικά συμφέροντα που περιέπλεκαν την επίθεση. Αυτές είναι πληροφορίες από μεταγενέστερη σύνθεση, όχι πρακτικό της γαλλικής διοίκησης που παρουσιάζουμε αυτούσιο. Το ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι η επιχείρηση δεν εξελισσόταν σε άδειο λιμάνι με μόνο δύο αντιπάλους. Ο κίνδυνος να υπάρξουν συνέπειες και για ξένα πλοία ήταν ένα ακόμα όριο του σχεδίου. Η ένταση της ιστορίας μεγαλώνει όταν βλέπουμε την πολυπλοκότητα, όχι όταν προσθέτουμε απροκάλυπτα έναν «προδότη» χωρίς αποδείξεις.
Το πιο δύσκολο σε μια αποτυχημένη αποστολή είναι να χωρίσεις τη στρατηγική πρόθεση από το ιστορικό αποτέλεσμα. Ο στόλος του Ιμπραήμ εξακολουθούσε να αποτελεί απειλή και οι άνθρωποι στην Πελοπόννησο δεν μπορούσαν να τραφούν με την είδηση ότι Έλληνες ναυτικοί τόλμησαν να μπουν στο λιμάνι. Από την άλλη, όσοι συμμετείχαν επέστρεψαν έχοντας αναλάβει έναν κίνδυνο που οι μεταγενέστεροι αφηγητές δύσκολα μπορούν να μετρήσουν. Μια τίμια ιστορία δεν ζητά από τον αναγνώστη να χειροκροτήσει την αποτυχία ως επιτυχία. Ζητά να κρίνει τις αποφάσεις, τις δυνατότητες και το ανθρώπινο τίμημα στην εποχή τους.
Ο Κανάρης κατάφερε να πλησιάσει μέσα στο εχθρικό λιμάνι. Το πυρπολικό άναψε χωρίς να προσκολληθεί στον προγραμματισμένο στόχο και δεν κατέστρεψε τον αιγυπτιακό στόλο. Το πλήρωμα απομακρύνθηκε και επέστρεψε στα ελληνικά πλοία. Η απλή αυτή διατύπωση κρατά όλη την ένταση: ένας ναυτικός που είχε αποδείξει στη Χίο τι μπορούσε να γίνει με τη φωτιά έβλεπε τώρα το μεγαλύτερο σχέδιό του να χάνεται μπροστά στον στόχο. Η επιστροφή ζωντανών ανθρώπων ήταν πραγματικό αποτέλεσμα, ενώ η επιδιωκόμενη στρατιωτική νίκη δεν επιτεύχθηκε.
Στην επιχειρησιακή περιγραφή, το πυρπολικό δεν έφτασε να στερεωθεί στον αιγυπτιακό στόχο. Η διαφυγή με βάρκα δεν ήταν μεταφορά ενός ήρωα πάνω από τις συνέπειες της πράξης του, αλλά η προβλεπόμενη και πολύ ευάλωτη έξοδος ενός πληρώματος από εχθρικό χώρο. Δεν έχουμε πλήρη αυτόπτη κατάθεση κάθε άνδρα για τα λεπτά της απομάκρυνσης. Έτσι η αφήγηση οφείλει να σταματά εκεί όπου σταματούν οι πηγές. Εξάλλου η αποτυχία έχει δικό της βάρος: ο εχθρικός στόλος παρέμεινε ικανός να υποστηρίξει τον πόλεμο.
Ορισμένες μεταγενέστερες αφηγήσεις υποστηρίζουν ότι, αν πετύχαινε η Αλεξάνδρεια, ο πόλεμος ίσως έπαιρνε άλλη τροπή ή ότι το Ναβαρίνο δεν θα χρειαζόταν. Πρόκειται για υποθετική ιστορία, όχι γεγονός που μπορεί να εξακριβωθεί. Αυτό που ξέρουμε είναι η απόφαση, οι συμμετέχοντες και η αποτυχία καταστροφής του στόλου. Η αναγνώριση της αποτυχίας μεγαλώνει, δεν μικραίνει, τη σημασία της πράξης: η ανδρεία δεν μετριέται μόνο στις στιγμές που η τύχη και ο άνεμος συνεργάζονται.
Στις επιχειρήσεις για την πολιορκημένη Μεσολόγγι, ο ελληνικός στόλος προσπάθησε επανειλημμένα να σπάσει τον αποκλεισμό και να μεταφέρει εφόδια. Το Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας τοποθετεί τον Κανάρη σε δύο από τις προσπάθειες ανεφοδιασμού στις αρχές του 1826. Ήταν άλλο είδος ναυτικού αγώνα: όχι μια φωτεινή στιγμή καταστροφής εχθρικής ναυαρχίδας, αλλά ο επίμονος αγώνας να φτάσουν τρόφιμα και πολεμοφόδια σε πολιορκημένους. Η πόλη τελικά δεν σώθηκε. Δεν μπορούμε να μετατρέψουμε την προσπάθεια ανεφοδιασμού σε προσωπική διάσωση του Μεσολογγίου που δεν συνέβη.
Το 1826, στην περιοχή της Σάμου, η ίδια ιστορική σύνθεση περιγράφει νέα επικίνδυνη απόπειρα με πυρπολικό, αντιπαράθεση με οθωμανικά πλοία και διαφυγή πληρώματος που δέχθηκε επίθεση. Δεν δίνει η διαθέσιμη διασταύρωση λόγο να της αποδώσουμε πλήρη βύθιση φρεγάτας. Τέτοιες λεπτομέρειες έχουν σημασία επειδή ο Κανάρης συνέχισε να παίρνει μέρος σε επιχειρήσεις μετά την Αλεξάνδρεια, ενώ το αποτέλεσμα κάθε φορά δεν έμοιαζε με τη Χίο. Το πραγματικό επαναλαμβανόμενο χαρακτηριστικό του δεν ήταν το αήττητο αλλά η επάνοδος στο δύσκολο καθήκον.
Η αντίθεση ανάμεσα σε Χίο και Αλεξάνδρεια δεν είναι ηθικό παιχνίδι του τύπου «κέρδισε, έπειτα έχασε». Ο ίδιος άνθρωπος έδρασε με συλλογικό σχέδιο, εξαρτήθηκε από υποστήριξη και πλήρωμα, και αναμετρήθηκε με όρια πέρα από την ατομική βούληση. Αυτό που τον ξεχώρισε ήταν ότι δεν μετέτρεψε μια αποτυχία σε παραίτηση από τη συμμετοχή του. Έτσι γίνεται πρότυπο για έναν σύγχρονο αναγνώστη: η επιμονή μετά το λάθος ή την ήττα μπορεί να είναι πιο απαιτητική από την πρώτη εντυπωσιακή επιτυχία.



Από τον Καποδίστρια στο τελευταίο υπουργικό συμβούλιο: τι αφήνει σήμερα
Μετά τις ναυτικές επιχειρήσεις, η ελεύθερη Ελλάδα έπρεπε να αποφασίσει τι είδους κράτος θα δημιουργούσε. Ο Κανάρης εξελέγη αντιπρόσωπος των Ψαρών, συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια και υπηρέτησε στο ναυτικό. Ο Καποδίστριας είχε πολιτικούς αντιπάλους ακόμη και ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν πολεμήσει για την ανεξαρτησία. Στον Πόρο, το 1831, η σύγκρουση για τον στόλο κατέληξε στην καταστροφή της φρεγάτας «Ελλάς» από τον Ανδρέα Μιαούλη, ενώ ο Κανάρης βρισκόταν στην αντίθετη, φιλοκυβερνητική πλευρά. Οι άλλοτε συναγωνιστές δεν είχαν κοινή απάντηση στο ποιος θα ελέγχει τα πλοία του νέου κράτους.
Η θέση του υπέρ του Καποδίστρια δεν τον μετατρέπει σε αλάνθαστο εγγυητή της πολιτικής ελευθερίας, όπως και η σύγκρουση του Μιαούλη με τον Κυβερνήτη δεν σβήνει τις ναυτικές υπηρεσίες του άλλου αγωνιστή. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια ο Κανάρης αποσύρθηκε για διάστημα από την υπηρεσία. Η ζωή του έδειξε πόσο πιο δύσκολο ήταν να διαχειριστούν οι επαναστάτες διαφωνίες μέσα σε θεσμούς από το να αναγνωρίσουν έναν κοινό αντίπαλο στον πόλεμο. Αυτή είναι μια ανθρώπινη και πολιτική δυσκολία, όχι αφορμή να μοιράσουμε εκ των υστέρων αλάθητα.
Το 1843 η εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου υποχρέωσε τον Όθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα. Ο Κανάρης συμμετείχε στη δημόσια ζωή εκείνης της περιόδου, έγινε υπουργός Ναυτικών και αργότερα πρωθυπουργός. Το 1861, κατά την έρευνα της αρχειονόμου Αδαμοπούλου, αρνήθηκε τον βαθμό του αντιναυάρχου και τη σχετική σύνταξη που του απονεμήθηκαν. Το 1862 του ανατέθηκε να σχηματίσει κυβέρνηση, αλλά η διαφωνία του με τον Όθωνα για τα πρόσωπα των υπουργών δεν επέτρεψε τον σχηματισμό της. Οι συγκεκριμένες αποφάσεις είναι πιο χρήσιμες από το αόριστο «δεν αγαπούσε την εξουσία»: την άσκησε, τη διεκδίκησε υπό όρους και άλλοτε απομακρύνθηκε.
Όταν η αντίθεση στον Όθωνα κορυφώθηκε, ο Κανάρης βρέθηκε σε πολιτική τριανδρία με τον Δημήτριο Βούλγαρη και τον Μπενιζέλο Ρούφο. Αυτή δεν ήταν ταύτιση όλων των απόψεών τους για κάθε μελλοντικό ζήτημα. Ήταν πολιτική συνεννόηση γύρω από συγκεκριμένη αλλαγή διακυβέρνησης. Η ιστορία του φωτίζει πότε η ένωση έχει περιεχόμενο: όταν οι συμμετέχοντες κατονομάζουν στόχο, δεσμεύονται σε θεσμική διαδικασία και μπορούν να κριθούν για το αποτέλεσμα. Η απλή επίκληση της ενότητας, χωρίς λογοδοσία, θα ακουγόταν ξένη ακόμη και σε αυτή τη δύσκολη πολιτική διαδρομή.
Πριν γίνει πρωθυπουργός για τελευταία φορά, ο Κανάρης είχε ήδη περάσει από υπουργικές ευθύνες και πολιτικές αποχωρήσεις. Η αρχειονόμος Αδαμοπούλου καταγράφει ότι το 1864 ανέλαβε πρωτοβουλίες μέσα στην Εθνοσυνέλευση και ότι το 1865 παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία έπειτα από σύγκρουση σχετικά με την προεδρία της. Δεν προσφέρουν αυτά έναν εύκολο διαχωρισμό «καλός πολεμιστής, κακός πολιτικός». Δείχνουν πόσο δύσκολα το σθένος μιας νυχτερινής επιχείρησης μεταφράζεται σε καθημερινή συνεννόηση, όταν υπάρχουν θεσμικές διαδικασίες, προσωπικές φιλοδοξίες και αλληλοσυγκρουόμενες πολιτικές απόψεις.
Η Αδαμοπούλου σημειώνει ακόμη μια ανθρώπινη συνάντηση: το 1876 ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης επισκέφθηκε τον ηλικιωμένο Κανάρη στο σπίτι του και άκουσε αφηγήσεις για τις πράξεις του, όπως αναφέρεται σε μεταγενέστερη βιογραφική καταγραφή. Δεν έχουμε εδώ απομαγνητοφώνηση αυτής της συνομιλίας ούτε την παρουσίαση μιας αυτούσιας ρήσης από το στόμα του πυρπολητή. Το συγκεκριμένο περιστατικό δείχνει πώς μια ζωντανή μνήμη πέρασε στη δημόσια εικόνα του ήρωα. Επιβάλλει όμως να ρωτήσουμε ποια λόγια τα είπε ο άνθρωπος, ποια τα ξανάπλασε η λογοτεχνία και ποια προστέθηκαν πολύ αργότερα στα κοινωνικά δίκτυα.
Το 1877, εν μέσω Ρωσοτουρκικού Πολέμου και βαλκανικής κρίσης, ανέλαβε να ηγηθεί οικουμενικής κυβέρνησης. Στο υπουργικό σχήμα συναντήθηκαν πολιτικοί με διαφορετικές διαδρομές, μεταξύ τους ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης και ο Χαρίλαος Τρικούπης. Έπειτα από δεκαετίες ναυτικών επιχειρήσεων και πολιτικών συγκρούσεων, ο Κανάρης καλούνταν ξανά να συντονίσει ανθρώπους σε κρίση. Δεν ξέρουμε ποια θα ήταν η συνέχεια της κυβέρνησης αν ζούσε περισσότερο και δεν θα της αποδώσουμε αποφάσεις που δεν πρόλαβε να λάβει.
Τι μπορούμε να κάνουμε με μια τέτοια ιστορία πέρα από μια επέτειο; Μια τοπική κοινότητα μπορεί να ζητήσει να παρουσιάζονται στα σχολεία μαζί το διάσημο όνομα και οι τεκμηριωμένοι συναγωνιστές του, να οργανώσει ανοιχτή ανάγνωση των δημοσιευμένων αρχείων ή να ελέγξει πώς δαπανώνται πόροι σε δημόσιους θεσμούς που φέρουν ονόματα αγωνιστών. Αυτή είναι ειρηνική ένωση με αντικείμενο, ανοιχτή και σε ανθρώπους που διαφωνούν για άλλα ζητήματα. Το νόημα της ιστορίας δεν είναι να μιμηθούμε τις πολεμικές πράξεις σε καιρό ειρήνης, αλλά να αποκτήσουμε την επιμονή της συμμετοχής και της λογοδοσίας.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1877 πέθανε στο σπίτι του στην Κυψέλη, ενώ ήταν πρωθυπουργός. Η αρχειακή βιογραφία παραθέτει δημοσιεύματα της εποχής που ανέφεραν ότι είχε προσβληθεί από «ημιπληγία» πριν από τον θάνατό του. Αυτό περιγράφει την τότε αναγγελία, δεν υποκαθιστά ιατρικό φάκελο ούτε επιτρέπει βεβαιότητα για λεπτομερή κλινική αιτία. Κηδεύτηκε με δημόσια δαπάνη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Ο θάνατος του ανθρώπου δεν είναι μια υποσημείωση πριν από τον ανδριάντα: θυμίζει ότι η ηρωική αντοχή είχε σώμα, χρόνο και όρια.
Ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραψε για τον Κανάρη, και η λογοτεχνική πρόσληψη δείχνει πώς μια κοινωνία δημιούργησε σύμβολο. Το ποίημα δεν είναι αυτόπτης μαρτυρία για τη Χίο, όπως δεν είναι τεκμηριωμένη ρήση κάθε φράση που κυκλοφορεί σήμερα με το όνομά του. Αντίθετα, η αναφορά που υπέγραψε το 1824, τα ονόματα των ναυτών, οι πράξεις στη Χίο και στην Τένεδο και η αποτυχημένη Αλεξάνδρεια έχουν ιστορικό έρεισμα. Αυτά αρκούν για δέος: ένας πραγματικός άνθρωπος και πραγματικοί σύντροφοι που ανέλαβαν κόστος το οποίο δεν μπορούσαν να μετακυλίσουν σε άλλους.
Η Ελλάδα του 1824 πολεμούσε για την ύπαρξή της· η σημερινή κοινωνία έχει Σύνταγμα, εκλογές και ειρηνικά μέσα ελέγχου. Δεν ζούμε στην ίδια «φυλακή» και η ιστορία δεν χρειάζεται ψεύτικη εξίσωση για να μας ξυπνήσει. Μας αφήνει μια απαιτητική ερώτηση: όταν ένας θεσμός χειροκροτεί δημόσια έναν άνθρωπο αλλά αρνείται τεκμηριωμένα το μέσο που χρειάζεται για ένα κοινό έργο, ποιος ζητά εξηγήσεις; Σήμερα αυτό μπορεί να σημαίνει πρόσβαση σε αρχεία, δημόσιες αποφάσεις και προϋπολογισμούς, αιτήματα λογοδοσίας, συμμετοχή σε συλλόγους και συνεργασία ανθρώπων που διαφωνούν αλλά υπερασπίζονται κοινούς ελέγξιμους κανόνες.
Η πατριωτική συνείδηση δεν μετριέται με το πόσο δυνατά επικαλούμαστε έναν ήρωα. Δοκιμάζεται όταν μαθαίνουμε και τα ονόματα του πληρώματός του, όταν αντέχουμε τη νίκη μαζί με την ήττα, όταν δεν κρύβουμε τους αμάχους, και όταν δεν χαρίζουμε στην εξουσία το δικαίωμα να αντικαθιστά τεκμήρια με τελετές. Η τόλμη του Κανάρη αξίζει να εμπνέει συλλογική, ειρηνική επιμονή με ξεκάθαρο σκοπό: να προστατεύουμε ανθρώπους, να ελέγχουμε αποφάσεις και να κρατούμε την ιστορία ανοιχτή στην αλήθεια. Ποιο κοινό έργο μπορούμε να απαιτήσουμε σήμερα με την ίδια επιμονή που εκείνος ζήτησε το πυρπολικό του; Τα δικά σας συμπεράσματα.
Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.






