Ο πρωτογενής τομέας σε ζώνη καταστροφής: φωτιά, νερό, κόστος, νόσοι και εγκατάλειψη
Η ελληνική ύπαιθρος δεν απειλείται από μία καταστροφή. Αντιμετωπίζει πολλές ταυτόχρονα, ενώ ο παραγωγός παραμένει ο πιο αδύναμος κρίκος στην αλυσίδα που τροφοδοτεί τη χώρα.

Πρωτογενής τομέας Ελλάδα: Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιγράφει περίπου 600.000 ελληνικές εκμεταλλεύσεις με μέσο μέγεθος μόλις επτά εκτάρια και περίπου 400.000 εργαζομένους στον γεωργικό τομέα. Αυτός ο κόσμος δεν παράγει απλώς προϊόντα. Κρατά χωριά, σύνορα, τοπική γνώση και ένα μέρος της διατροφικής ασφάλειας της χώρας. Όταν χάνεται ένα χωράφι ή ένα κοπάδι, η ζημιά δεν τελειώνει στην αποζημίωση.
Πρωτογενής τομέας Ελλάδα: Μικρές εκμεταλλεύσεις απέναντι σε μεγάλους κινδύνους
Το μέσο ελληνικό αγρόκτημα των επτά εκταρίων δεν έχει την ίδια αντοχή με μια μεγάλη καθετοποιημένη επιχείρηση. Το κόστος μηχανημάτων, ενέργειας, ασφάλισης και πιστοποίησης μοιράζεται σε μικρότερη παραγωγή. Η οικογενειακή εργασία καλύπτει κενά που δεν φαίνονται πάντα στον λογαριασμό, ενώ μία κακή χρονιά μπορεί να καταναλώσει το κεφάλαιο πολλών ετών.
Η μικρή κλίμακα δεν είναι από μόνη της καταδίκη. Μπορεί να παράγει ποιότητα, τοπικές ποικιλίες και υψηλή αξία. Χρειάζεται, όμως, συνεργασία, κοινές υποδομές, αποθήκευση, μεταποίηση και πραγματική πρόσβαση στην αγορά. Χωρίς αυτά, ο μικρός παραγωγός αγοράζει λιανικά τα εφόδια και πουλά χονδρικά το προϊόν του.
Η χώρα δεν έχει μόνο πρόβλημα παραγωγής. Έχει πρόβλημα ισχύος εκείνου που παράγει.
Η πτώση του 2025 είναι προειδοποίηση, όχι ολόκληρη η ιστορία
Η πρώτη εκτίμηση της Eurostat έδειξε πτώση 8,8% στην πραγματική παραγωγικότητα της αγροτικής εργασίας στην Ελλάδα το 2025, την τρίτη μεγαλύτερη υποχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος αυξήθηκε 9,2%. Ο δείκτης μετρά πραγματικό εισόδημα συντελεστών ανά ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης και δεν ταυτίζεται με το εισόδημα κάθε αγροτικού νοικοκυριού.
Ένα έτος δεν αποδεικνύει μόνο του μόνιμη κατάρρευση. Δείχνει, όμως, ότι το ελληνικό σύστημα μπήκε σε αντίθετη τροχιά από μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Χρειάζεται ανάλυση ανά προϊόν και περιφέρεια: τι οφείλεται σε όγκο, τι σε τιμή παραγωγού, τι σε κόστος και τι σε ζημιές. Ο γενικός αριθμός πρέπει να γίνει χάρτης αιτίων.
Η κλιματική πίεση πολλαπλασιάζει κάθε παλιά αδυναμία
Πυρκαγιές, πλημμύρες, καύσωνες, παγετοί και παρατεταμένη ξηρασία δεν πλήττουν μόνο τη φετινή σοδειά. Καταστρέφουν έδαφος, δέντρα πολλών ετών, αρδευτικά δίκτυα, στάβλους, ζωοτροφές και πρόσβαση. Σε μια δενδρώδη καλλιέργεια η επαναφορά μπορεί να χρειαστεί χρόνια, ενώ η αποζημίωση συχνά μετρά την άμεση απώλεια και όχι το εισόδημα της μεταβατικής περιόδου.
Η προσαρμογή δεν είναι σύνθημα για “έξυπνη γεωργία”. Χρειάζεται χάρτες κινδύνου ανά καλλιέργεια, μικρά αντιπλημμυρικά έργα, πυροπροστασία γύρω από παραγωγικές ζώνες, ανθεκτικό πολλαπλασιαστικό υλικό, γεωργικές προειδοποιήσεις και ασφάλιση που ανταποκρίνεται σε νέους συνδυασμούς κινδύνων.
Το νερό γίνεται ο πιο σκληρός περιορισμός
Η άρδευση εξαρτάται από δίκτυα με απώλειες, γεωτρήσεις, ενεργειακό κόστος και υδροφορείς που δεν ανανεώνονται με τον ίδιο ρυθμό. Όταν το νερό λείπει, η παραγωγή μειώνεται. Όταν γίνεται ακριβότερο, ο παραγωγός μπορεί να συνεχίσει να καλλιεργεί και παρ’ όλα αυτά να μη βγαίνει ο λογαριασμός.
Η λύση δεν είναι ανεξέλεγκτη άντληση ούτε μια ενιαία τιμή που αγνοεί τοπικές συνθήκες. Χρειάζονται μετρημένα ισοζύγια νερού, επισκευή δικτύων, συλλογή και επαναχρησιμοποίηση όπου είναι ασφαλής, προτεραιότητα στη βασική διατροφή και διαφανής κατανομή. Κάθε μεγάλο έργο πρέπει να δημοσιεύει κόστος, απώλειες που θα μειώσει και όφελος ανά παραγωγική περιοχή.
Οι επιζωοτίες απέδειξαν πόσο εύθραυστο είναι το σύστημα
Η ευλογιά των αιγοπροβάτων και ο αφθώδης πυρετός οδήγησαν σε εκατοντάδες χιλιάδες θανατώσεις. Η απώλεια πέρασε από τον κτηνοτρόφο στον καλλιεργητή ζωοτροφών, στο τυροκομείο, στη μεταφορά και στο χωριό. Το γεγονός ότι απαιτήθηκαν ενισχύσεις ακόμη και για παραγωγούς μηδικής δείχνει πόσο αλληλένδετη είναι η αγροτική οικονομία.
Η χώρα χρειάζεται μόνιμη κτηνιατρική επιτήρηση, όχι έκτακτη κινητοποίηση όταν η νόσος έχει ήδη εξαπλωθεί. Χρειάζεται ιχνηλασιμότητα, έλεγχο παράνομων μετακινήσεων και ταμείο γρήγορης ανασύστασης. Η πρόληψη φαίνεται ακριβή μόνο μέχρι να συγκριθεί με το κόστος μισού εκατομμυρίου χαμένων ζώων.
Η ΚΑΠ πρέπει να αποδεικνύει ποια παραγωγή κράτησε ζωντανή
Η Ελλάδα διαθέτει εγκεκριμένο στρατηγικό σχέδιο Κοινής Αγροτικής Πολιτικής με στόχους ανθεκτικότητας, ανταγωνιστικότητας, καινοτομίας και δίκαιου εισοδήματος. Η ύπαρξη του σχεδίου δεν αρκεί. Χρειάζεται δημόσιος πίνακας που να δείχνει ποιος πληρώθηκε, για ποιο αποτέλεσμα, σε ποια περιφέρεια και αν η ενίσχυση αύξησε παραγωγική ικανότητα ή απλώς κάλυψε προσωρινά μια τρύπα.
Η ενίσχυση πρέπει να συνδέεται με ενεργό παραγωγή, συνεργασία, ποιότητα, εξοικονόμηση νερού και είσοδο νέων. Ταυτόχρονα, η γραφειοκρατία δεν πρέπει να γίνεται δεύτερη εργασία του αγρότη ούτε να αποκλείει τον μικρό που δεν μπορεί να πληρώνει διαρκώς συμβούλους για να καταλάβει τον κανόνα.
Συμπέρασμα: η διατροφική ασφάλεια αρχίζει πριν από το ράφι
Χρειάζεται εθνικός απολογισμός παραγωγικής γης, ζωικού κεφαλαίου, νερού, ηλικίας παραγωγών, εισοδήματος και εξάρτησης από εισαγωγές. Χρειάζονται συνεταιρισμοί που ελέγχονται, τοπική μεταποίηση, συμβολαιακές σχέσεις με καθαρούς όρους, ισχυρή εποπτεία αθέμιτων πρακτικών και πολιτική επιστροφής ανθρώπων στην ύπαιθρο με κατοικία, σχολείο και υγεία.
Η δική μας σκέψη είναι ότι η χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τον πρωτογενή τομέα ως γραφικό φόντο και να θυμάται τον παραγωγό μόνο μετά τη φωτιά, την πλημμύρα ή την επιδημία. Η αντοχή χτίζεται στις ήσυχες περιόδους, με δεδομένα, υποδομές και δίκαιη τιμή. Αν χαθεί η ικανότητα να παράγουμε, η εξάρτηση δεν θα φανεί σε μια ανακοίνωση. Θα φανεί όταν η κρίση φτάσει στο τραπέζι.
Το χωράφι που εγκαταλείπεται σήμερα γίνεται εισαγωγή που δεν μπορούμε να ελέγξουμε αύριο.
Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.






