Περικλής: ο ηγέτης που έχτισε τον Παρθενώνα, άνοιξε τη δημοκρατία και οδήγησε την Αθήνα στον πόλεμο
Δεν ήταν ο μαρμάρινος ήρωας μιας σχολικής παραγράφου. Ήταν ο νους πίσω από μια εκρηκτική εποχή, ο άνθρωπος που διεύρυνε τη συμμετοχή, ύψωσε την Ακρόπολη, κυβέρνησε μια αυτοκρατορική δημοκρατία και πέθανε μέσα στην κρίση που δεν μπόρεσε να ελέγξει.

Περικλής βιογραφία: Ο Περικλής δεν χωρά σε τρεις παραγράφους ούτε σε μια αγιογραφία. Πίσω από το κράνος της περίφημης προτομής βρίσκεται ένα παιδί αριστοκρατικής γενιάς που φοβόταν μήπως θεωρηθεί τύραννος, ένας μαθητής φιλοσόφων που έμαθε να αντιμετωπίζει το δεισιδαιμονικό πλήθος με λογική, ένας ρήτορας που κυριάρχησε χωρίς να καταργήσει την ψήφο και ένας ηγέτης που έκανε την Αθήνα σχολείο της Ελλάδας αλλά και φόβο των συμμάχων της. Ο Παρθενώνας, η Ασπασία, ο Αναξαγόρας, οι δίκες του κύκλου του, τα χρήματα της Δηλιακής Συμμαχίας, το Μεγαρικό Ψήφισμα, ο πόλεμος, ο λοιμός και ο θάνατος των παιδιών του σχηματίζουν μια ζωή γεμάτη μεγαλείο και ρήγματα. Η πραγματική του δύναμη δεν φαίνεται όταν τον παρουσιάζουμε αλάνθαστο. Φαίνεται όταν αντέχουμε να δούμε μαζί το έργο, την αυτοκυριαρχία, τις αντιφάσεις και το τίμημα της εξουσίας.
Περικλής βιογραφία: Ο άνθρωπος πριν γίνει ο «Ολύμπιος»
Τεκμηριωμένο ιστορικό πλαίσιο. Ο Περικλής γεννήθηκε περίπου το 495 π.Χ. στον δήμο Χολαργού. Πατέρας του ήταν ο Ξάνθιππος, ο Αθηναίος στρατηγός που συνδέθηκε με τη νίκη στη Μυκάλη το 479 π.Χ. Μητέρα του ήταν η Αγαρίστη, από το ισχυρό γένος των Αλκμεωνιδών και συγγενής του Κλεισθένη, του μεταρρυθμιστή που είχε αναδιαμορφώσει την αθηναϊκή πολιτεία. Η καταγωγή του τού έδινε δύναμη αλλά και πολιτικό βάρος: οι Αλκμεωνίδες κουβαλούσαν την παλιά σκιά του Κυλώνειου άγους και η Αθήνα ήταν καχύποπτη απέναντι σε κάθε αριστοκράτη που μπορούσε να μοιάσει με νέο τύραννο.
Μεταγενέστερη αρχαία παράδοση. Ο Πλούταρχος γράφει, περίπου πέντε αιώνες αργότερα, ότι η Αγαρίστη ονειρεύτηκε πως θα γεννούσε λιοντάρι. Παραδίδει επίσης ότι ο Περικλής είχε μακρόστενο κεφάλι και ότι οι γλύπτες τον απεικόνιζαν με κράνος, ενώ οι κωμικοί ποιητές τον σατίριζαν ως «σχινοκέφαλο». Το όνειρο είναι οιωνός μιας βιογραφικής παράδοσης, όχι αποδειγμένη πρόβλεψη. Η σάτιρα για την εμφάνιση δεν επιτρέπει σύγχρονη ιατρική διάγνωση.
Ο νεαρός Περικλής, κατά τον Πλούταρχο, έμοιαζε στη φωνή και στο πρόσωπο με τον παλιό τύραννο Πεισίστρατο και αρχικά απέφευγε την πολιτική έκθεση. Υπηρέτησε στρατιωτικά και εμφανίστηκε δημόσια με προσοχή. Όταν ο Αριστείδης είχε πεθάνει, ο Θεμιστοκλής βρισκόταν στην εξορία και ο Κίμων κυριαρχούσε στην αριστοκρατική παράταξη, ο Περικλής συνδέθηκε με το δημοκρατικό στρατόπεδο. Δεν ήταν άνθρωπος που γεννήθηκε «λαϊκός». Έκανε μια πολιτική επιλογή που ταυτόχρονα εξέφραζε πρόγραμμα και του άνοιγε δρόμο ισχύος.
Η πρώτη ασφαλώς χρονολογημένη δημόσια εμφάνισή του συνδέεται με το 472 π.Χ., όταν ανέλαβε ως χορηγός την παραγωγή των «Περσών» του Αισχύλου. Η τραγωδία δεν θριαμβολογούσε απλώς για τη νίκη των Ελλήνων· έδειχνε την καταστροφή μέσα από τα μάτια των ηττημένων. Είναι ένα πρώιμο, εντυπωσιακό ίχνος του περιβάλλοντος πολιτισμού μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε.
Συμπέρασμα της έρευνας: ο Περικλής δεν κληρονόμησε απλώς δύναμη. Έμαθε να την παρουσιάζει ως αυτοκυριαρχία, λόγο και δημόσιο έργο.
Εξιδανικευμένη αρχαία προτομή του Περικλή στο Βρετανικό Μουσείο· δεν αποτελεί φωτογραφική απόδοση της όψης του.

Δάμων, Ζήνων και Αναξαγόρας: η πνευματική πανοπλία της εξουσίας
Ο Πλούταρχος συνδέει την παιδεία του με τον μουσικό και πολιτικό στοχαστή Δάμωνα, τον Ζήνωνα τον Ελεάτη και κυρίως τον Αναξαγόρα από τις Κλαζομενές. Ο Αναξαγόρας έδινε στον Νου κεντρικό ρόλο στην τάξη του κόσμου και αναζητούσε φυσικές εξηγήσεις εκεί όπου το πλήθος έβλεπε μόνο σημάδια και τρόμο. Η επιρροή που του αποδίδεται δεν ήταν ένα σύνολο συνθημάτων, αλλά τρόπος στάσης: αργή κίνηση, σταθερή φωνή, μέτρο και άρνηση να παρασυρθεί από κάθε δημόσια έξαψη.
Παράδοση με φιλοσοφικό νόημα. Σε ένα αγρόκτημα του Περικλή βρέθηκε, λέει ο Πλούταρχος, κεφάλι κριαριού με ένα κέρατο. Ο μάντης Λάμπων το ερμήνευσε ως οιωνό ότι ένας από τους δύο πολιτικούς πόλους θα επικρατούσε. Ο Αναξαγόρας άνοιξε το κρανίο και εξήγησε τη φυσική αιτία της παραμόρφωσης. Η ιστορία δεν είναι εργαστηριακό πρακτικό. Δείχνει όμως πώς η αρχαία βιογραφία αντιπαρέθετε την έρευνα με τη χειραγώγηση του φόβου.
Σε άλλο επεισόδιο, πριν από ναυτική επιχείρηση, έκλειψη του ήλιου τρόμαξε τον κυβερνήτη του πλοίου. Ο Περικλής κάλυψε τα μάτια του άνδρα με τον μανδύα και τον ρώτησε αν φοβάται. Όταν εκείνος απάντησε όχι, του εξήγησε ότι η έκλειψη διαφέρει μόνο ως προς το μέγεθος του σώματος που κρύβει το φως. Και αυτή η αφήγηση προέρχεται από μεταγενέστερη πηγή. Η ουσία της παραμένει εκρηκτικά σύγχρονη: ο φόβος υποχωρεί όταν ο πολίτης ζητά μηχανισμό, απόδειξη και αιτία.
Ο Πλούταρχος διηγείται ακόμη ότι ένας άνθρωπος τον ακολουθούσε όλη μέρα βρίζοντάς τον. Ο Περικλής δεν απάντησε και, όταν σκοτείνιασε, έστειλε υπηρέτη με φως να συνοδεύσει τον υβριστή στο σπίτι. Δεν γνωρίζουμε αν η σκηνή συνέβη ακριβώς έτσι. Η παράδοση χτίζει την εικόνα της αυτοκυριαρχίας που οι αρχαίοι θεωρούσαν πολιτική δύναμη. Πειθαρχία εδώ δεν είναι υπακοή. Είναι να μη γίνεται η ψυχή όργανο του πρώτου που προκαλεί.
Ασπασία: σύντροφος, διανοούμενη και στόχος μιας ανδροκρατούμενης πόλης
Η Ασπασία καταγόταν από τη Μίλητο, έζησε στην Αθήνα ως μέτοικος και έγινε σύντροφος του Περικλή μετά τον χωρισμό του από την πρώτη του σύζυγο. Απέκτησαν έναν γιο, τον Περικλή τον Νεότερο. Οι αρχαίες πηγές τη συνδέουν με κύκλο συζητήσεων και με ρητορική παιδεία, αλλά οι περισσότερες πληροφορίες περνούν μέσα από κωμική σάτιρα, φιλοσοφική ειρωνεία και μεταγενέστερη βιογραφία.
Στον πλατωνικό «Μενέξενο», ο Σωκράτης αποδίδει ειρωνικά στην Ασπασία έναν επιτάφιο λόγο. Αυτό αποδεικνύει τη λογοτεχνική της φήμη, όχι ότι έγραψε τον Επιτάφιο του Θουκυδίδη. Ο Πλούταρχος παραδίδει ότι κατηγορήθηκε για ασέβεια και ότι ο Περικλής την υπερασπίστηκε συγκινημένος. Η ιστορικότητα και οι λεπτομέρειες της δίκης αμφισβητούνται. Οι ακραίες σεξουαλικές κατηγορίες των κωμικών ήταν πολιτικά όπλα, όχι ουδέτερες μαρτυρίες.
Η Ασπασία φανερώνει ένα παράδοξο της Αθήνας. Μια γυναίκα μπορούσε να γίνει ορατή ως πνευματική παρουσία και να επηρεάζει τον ισχυρότερο άνδρα της πόλης, αλλά δεν μπορούσε να ψηφίσει ούτε να θεωρηθεί πλήρης πολίτης. Η δημόσια επιρροή της μετατράπηκε εύκολα σε κατηγορία ανηθικότητας. Όταν η εξουσία δεν μπορεί να πλήξει ευθέως έναν αντίπαλο, συχνά στοχεύει το περιβάλλον του· αυτή είναι εύλογη πολιτική ερμηνεία, όχι απόδειξη οργανωμένης συνωμοσίας.

Εφιάλτης, Κίμων και δημοκρατία: ποιος συμμετείχε πραγματικά
Η δημοκρατική στροφή δεν ήταν έργο ενός άνδρα. Ο Εφιάλτης περιόρισε το 462/461 π.Χ. κρίσιμες εξουσίες του αριστοκρατικού Αρείου Πάγου και τις μετέφερε σε δημοκρατικά όργανα. Λίγο αργότερα δολοφονήθηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Αρχαία κατηγορία που ενέπλεκε τον Περικλή διασώθηκε, αλλά ο ίδιος ο Πλούταρχος την απορρίπτει ως ατεκμηρίωτη. Η δολοφονία άφησε τον Περικλή κεντρικό ηγέτη της παράταξης.
Ο Κίμων, στρατιωτικός ήρωας και φιλοσπαρτιατικός αντίπαλος, εξοστρακίστηκε. Όταν όμως η Αθήνα βρέθηκε σε κίνδυνο, ο Πλούταρχος αποδίδει στον Περικλή πρωτοβουλία ανάκλησής του. Ο Θουκυδίδης του Μελησία, που δεν είναι ο ιστορικός Θουκυδίδης, οργάνωσε αργότερα την αριστοκρατική αντιπολίτευση. Μετά τον εξοστρακισμό του περίπου το 443 π.Χ., η υπεροχή του Περικλή έγινε σχεδόν αδιαμφισβήτητη.
Η αποζημίωση για υπηρεσία στα λαϊκά δικαστήρια επέτρεψε σε φτωχότερους άνδρες πολίτες να συμμετέχουν χωρίς να χάνουν ολόκληρο το ημερομίσθιο. Η δημοκρατία έγινε πιο πρακτική, όχι καθολική. Γυναίκες, δούλοι και μέτοικοι έμεναν εκτός πολιτικής ιδιότητας. Η ενεργή συμμετοχή των πολιτών συνυπήρχε με αποκλεισμούς που σήμερα δεν μπορούν να εξωραϊστούν.
Το 451/450 π.Χ. ψηφίστηκε, με πρωτοβουλία του Περικλή, αυστηρότερος νόμος που απαιτούσε και οι δύο γονείς να είναι Αθηναίοι για να θεωρείται το παιδί πολίτης. Μετά τον λοιμό, όταν οι νόμιμοι γιοι του είχαν πεθάνει, η πόλη επέτρεψε κατ’ εξαίρεση την εγγραφή του γιου του με τη Μιλήσια Ασπασία. Η αντίφαση είναι βαθιά: ο κανόνας που απέκλεισε άλλους λύγισε μπροστά στην προσωπική τραγωδία του δημιουργού του.
Ο σύγχρονός του Θουκυδίδης έκρινε ότι η Αθήνα ήταν κατ’ όνομα δημοκρατία αλλά στην πράξη διοικούνταν από τον πρώτο άνδρα. Δεν ήταν μονάρχης με κληρονομικό θρόνο: εκλεγόταν στρατηγός και έπρεπε να πείθει την Εκκλησία του Δήμου. Ωστόσο η επιρροή του δείχνει ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί μπορούν να συνυπάρχουν με μεγάλη συγκέντρωση πολιτικού κύρους. Εκεί γεννιέται το διαχρονικό ερώτημα: ισχυρός ηγέτης ή πολίτες που εξαρτώνται υπερβολικά από έναν άνθρωπο;
Ο Παρθενώνας δεν ήταν έργο ενός ανθρώπου ούτε πληρώθηκε χωρίς σύγκρουση
Το οικοδομικό πρόγραμμα της Ακρόπολης άρχισε στη δεκαετία του 440 π.Χ. Ο Παρθενώνας θεμελιώθηκε το 447 π.Χ. με αρχιτέκτονες τον Ικτίνο και τον Καλλικράτη και γενική καλλιτεχνική εποπτεία που οι πηγές συνδέουν με τον Φειδία. Ο Μνησικλής σχεδίασε τα Προπύλαια. Χιλιάδες τεχνίτες, λιθοξόοι, ξυλουργοί, μεταφορείς, χαλκουργοί, ζωγράφοι και ναυτικοί μετέτρεψαν την πολιτική βούληση σε μάρμαρο. Ο Περικλής δεν «έχτισε» με τα χέρια του τον Παρθενώνα· οργάνωσε, υπερασπίστηκε και έδωσε πολιτική κατεύθυνση σε ένα συλλογικό έργο.
Ο Πλούταρχος περιγράφει το πρόγραμμα και ως τεράστια πολιτική απασχόλησης: δημόσιο χρήμα περνούσε σε πολλές τέχνες και ηλικίες, ενώ η πόλη αποκτούσε μνημεία διαρκούς κύρους. Ο Παρθενώνας ήταν ναός της Αθηνάς, θησαυρός, τεχνικό επίτευγμα και δήλωση δύναμης. Η οπτική του αρμονία, οι καμπυλώσεις και οι διορθώσεις των κιόνων φανερώνουν μαθηματική και τεχνική ακρίβεια, όχι αποδεδειγμένο μυστικό κώδικα ή απόκρυφη αδελφότητα.
Το ταμείο της Δηλιακής Συμμαχίας είχε μεταφερθεί από τη Δήλο στην Αθήνα το 454 π.Χ. Οι αντίπαλοι κατηγορούσαν την ηγεσία ότι χρησιμοποιούσε κοινά χρήματα για να στολίσει την πόλη. Ο Πλούταρχος διασώζει την απάντηση που αποδίδεται στον Περικλή: εφόσον η Αθήνα παρείχε την κοινή άμυνα, δεν όφειλε λογαριασμό για κάθε δαπάνη. Είναι μεταγενέστερη απόδοση δημόσιας αντιπαράθεσης, όχι πρακτικό συνεδρίασης. Η ουσία είναι ασφαλής: η λάμψη της Ακρόπολης συνδέθηκε με πόρους μιας συμμαχίας που είχε ήδη μετατραπεί σε αθηναϊκή ηγεμονία.
Δεν χρειάζεται ο απλοϊκός ισχυρισμός ότι ο Περικλής «έκλεψε». Χρειάζεται το σκληρότερο ερώτημα που αντέχει στην ιστορία: μπορεί ένα αιώνιο πολιτιστικό έργο να δικαιολογήσει το γεγονός ότι οι σύμμαχοι δεν μπορούσαν ελεύθερα να αποχωρήσουν και ότι η ισχυρότερη πόλη όριζε τη χρήση των πόρων; Η ομορφιά δεν σβήνει την προέλευση της ισχύος που την χρηματοδότησε.
Φειδίας, Αναξαγόρας, Ασπασία: οι διώξεις και οι θεωρίες συνωμοσίας
Προς το τέλος της κυριαρχίας του Περικλή, πρόσωπα του κύκλου του βρέθηκαν στο στόχαστρο. Ο Φειδίας κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση χρυσού από το άγαλμα της Αθηνάς και, σε άλλες εκδοχές, για ασέβεια επειδή απεικόνισε τον εαυτό του και τον Περικλή στην ασπίδα της θεάς. Οι αρχαίες πηγές διαφωνούν για τη δίκη, τη φυλάκιση και τον τόπο του θανάτου του. Ο Αναξαγόρας κατηγορήθηκε για ασέβεια και απομακρύνθηκε. Η δίκη της Ασπασίας αποτελεί επίσης μεταγενέστερη και αμφισβητούμενη παράδοση.
Είναι πιθανό οι διώξεις να χρησιμοποιήθηκαν ως πολιτική πίεση προς τον ηγέτη που ήταν δυσκολότερο να χτυπηθεί ευθέως. Δεν υπάρχει όμως αρχείο που να αποδεικνύει μια ενιαία μυστική οργάνωση με κεντρικό σχέδιο. Η ακριβής διατύπωση είναι «πολιτικές επιθέσεις μέσω του περιβάλλοντος», με διαφορετικό βαθμό βεβαιότητας για κάθε υπόθεση.
Μια άλλη αρχαία κατηγορία υποστηρίζει ότι ο Περικλής ώθησε την Αθήνα σε πόλεμο για να αποσπάσει την προσοχή από τις διώξεις. Ο Αριστοφάνης το σατίρισε και ο Πλούταρχος κατέγραψε τις εκδοχές, δηλώνοντας ουσιαστικά ότι η αλήθεια δεν ήταν σαφής. Αυτό είναι θεωρία της αρχαιότητας, όχι τεκμηριωμένο κίνητρο. Η σοβαρή ιστορία δεν απορρίπτει την υποψία επειδή είναι δυσάρεστη, αλλά ούτε τη βαφτίζει γεγονός επειδή είναι δραματική.
Ομοίως, δεν υπάρχουν ιστορικά τεκμήρια για μασονική οργάνωση γύρω από τον Περικλή ή για υπερφυσική τεχνολογία στον Παρθενώνα. Η τεκτονική μασονία ανήκει σε πολύ μεταγενέστερους αιώνες. Το αληθινό μυστήριο είναι πολιτικό και ανθρώπινο: πώς μια πόλη που μίλησε τόσο δυνατά για ελευθερία οικοδόμησε ταυτόχρονα μηχανισμό επιβολής πάνω σε άλλες ελληνικές πόλεις.
Η σκοτεινή όψη της ηγεμονίας και η πορεία προς τον πόλεμο
Η Αθήνα του Περικλή προσέφερε στους δικούς της άνδρες πολίτες πρωτοφανή χώρο συμμετοχής, αλλά αντιμετώπιζε αρκετούς συμμάχους ως φόρου υποτελείς. Η εξέγερση της Σάμου το 440/439 π.Χ. καταπνίγηκε ύστερα από πολιορκία. Στην Εύβοια και αλλού, η αθηναϊκή ισχύς επιβλήθηκε στρατιωτικά, ενώ οι κληρουχίες εγκαθιστούσαν Αθηναίους σε γη συμμαχικών ή υποτελών περιοχών. Η δημοκρατία στο εσωτερικό δεν σήμαινε ελευθερία για όλους στο εξωτερικό.
Πριν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο συσσωρεύτηκαν κρίσεις στην Κέρκυρα και την Ποτίδαια, καθώς και το Μεγαρικό Ψήφισμα που απέκλειε τους Μεγαρείς από αγορές και λιμάνια της αθηναϊκής σφαίρας. Οι Σπαρτιάτες ζήτησαν την ανάκλησή του. Ο Περικλής αντιστάθηκε, θεωρώντας ότι η υποχώρηση υπό απειλή θα οδηγούσε σε νέες απαιτήσεις.
Ο Θουκυδίδης ξεχωρίζει τις δηλωμένες αφορμές από τη βαθύτερη αιτία: την άνοδο της αθηναϊκής δύναμης και τον φόβο που προκάλεσε στη Σπάρτη. Άρα ο πόλεμος δεν ήταν έργο μίας ερωτικής ίντριγκας ούτε μιας απλής απόφασης. Ήταν σύγκρουση συστημάτων ισχύος, συμμαχιών, οικονομικής πίεσης και φόβου. Ο Περικλής είχε επιλογές και ευθύνη, αλλά δεν κινούσε μόνος του όλο το ελληνικό σύστημα.
Λίγο πριν από τη σπαρτιατική εισβολή, πληροφορήθηκε ότι ο βασιλιάς Αρχίδαμος ήταν προσωπικός του φίλος. Για να μη γεννηθεί υποψία ότι η περιουσία του θα εξαιρεθεί σκόπιμα από την καταστροφή, δήλωσε ότι θα τη δώριζε στην πόλη αν συνέβαινε αυτό. Η σκηνή που παραδίδει ο Θουκυδίδης δείχνει μια σπάνια αρχή προληπτικής διαφάνειας: ο ηγέτης οφείλει να κλείνει μόνος του το παράθυρο της εύλογης υποψίας.
Τα Μακρά Τείχη, ο λοιμός και ο πατέρας που λύγισε
Η στρατηγική του Περικλή το 431 π.Χ. απέφευγε τη μεγάλη χερσαία μάχη με τη Σπάρτη. Οι κάτοικοι της Αττικής συγκεντρώθηκαν πίσω από τα Μακρά Τείχη, ενώ η Αθήνα βασιζόταν στον στόλο και στη θαλάσσια τροφοδοσία. Η λογική ήταν να διατηρηθεί η ναυτική ισχύς και να εξαντληθεί ο αντίπαλος. Το ανθρώπινο τίμημα ήταν η εγκατάλειψη της υπαίθρου, ο συνωστισμός και η οργή όσων έβλεπαν τα κτήματά τους να καταστρέφονται.
Ο λοιμός εμφανίστηκε το 430 π.Χ. Ο Θουκυδίδης κατέγραψε με σπάνια ακρίβεια συμπτώματα και κοινωνική αποδιοργάνωση, αλλά η ακριβής νόσος εξακολουθεί να συζητείται. Ο συνωστισμός επιδείνωσε τις συνθήκες· δεν επιτρέπεται να λέμε ότι γνωρίζουμε πως «προκάλεσε» το παθογόνο. Οι Αθηναίοι στράφηκαν εναντίον του Περικλή, τον απομάκρυναν προσωρινά από τη στρατηγία και τον τιμώρησαν με πρόστιμο. Αργότερα τον επανεξέλεξαν.
Η συμφορά μπήκε στο ίδιο του το σπίτι. Πέθαναν η αδελφή του, φίλοι και συγγενείς, καθώς και οι νόμιμοι γιοι του, Ξάνθιππος και Πάραλος. Ο Πλούταρχος παραδίδει ότι ο άνθρωπος που έμενε ανέκφραστος λύγισε όταν τοποθέτησε το στεφάνι στον νεκρό Πάραλο. Είναι μεταγενέστερη σκηνή, αλλά αποδίδει μια αλήθεια που κανένα μνημείο δεν νικά: ο ηγέτης που μπορούσε να συγκρατεί το πλήθος δεν μπορούσε να διατάξει τη ζωή να επιστρέψει.
Στην αρρώστια του, λέει ο Πλούταρχος, έδειξε σε επισκέπτη ένα φυλαχτό που του είχαν κρεμάσει οι γυναίκες και σχολίασε την κατάστασή του: ακόμη κι εκείνος είχε φτάσει να ανέχεται κάτι τέτοιο. Η διήγηση δεν αποδεικνύει μυστική πίστη. Αντιθέτως, παρουσιάζει ειρωνικά έναν μαθητή του ορθολογισμού στο όριο όπου ο φόβος και η απόγνωση λυγίζουν κάθε βεβαιότητα.
Αποφθέγματα, τελευταία λόγια και το πραγματικό αποτύπωμα
Ο Περικλής δεν άφησε βιβλία. Τα πιο διάσημα λόγια του φτάνουν κυρίως μέσα από τον Θουκυδίδη, ο οποίος εξηγεί ότι συνέθεσε τις ομιλίες αποδίδοντας όσο μπορούσε το γενικό νόημα της περίστασης. Ο Επιτάφιος είναι κορυφαίο κείμενο πολιτικής σκέψης, όχι ηχητική απομαγνητοφώνηση. Οι φράσεις του πρέπει να παρουσιάζονται ως θουκυδίδεια απόδοση λόγου του Περικλή, όχι ως βέβαιο αυτολεξεί απόφθεγμα.
Ο Πλούταρχος διασώζει ρήσεις πολλούς αιώνες αργότερα. Ανάμεσά τους την απάντηση ότι ο «χρόνος» είναι ο σοφότερος σύμβουλος και την τελευταία κρίση που φέρεται να έκανε όταν οι φίλοι του απαριθμούσαν τις νίκες του: το σπουδαιότερο ήταν ότι κανένας Αθηναίος δεν φόρεσε πένθος εξαιτίας του. Η δεύτερη διατύπωση συγκρούεται με τη σκληρότητα της αθηναϊκής ηγεμονίας, αλλά αφορά τους Αθηναίους συμπολίτες του. Είναι παράδοση της ύστερης αρχαιότητας, όχι πιστοποιημένο τελευταίο ηχητικό ίχνος.
Δημοφιλείς διαδικτυακές φράσεις όπως «αν δεν ενδιαφέρεσαι για την πολιτική, η πολιτική θα ενδιαφερθεί για εσένα» ή «ό,τι αφήνεις πίσω δεν είναι χαραγμένο σε μνημεία» δεν πρέπει να αποδίδονται στον Περικλή χωρίς αρχαία παραπομπή. Το αληθινό του αποτύπωμα δεν χρειάζεται ψεύτικα αποφθέγματα: πολιτική συμμετοχή, μνημεία παγκόσμιας σημασίας, ρητορικό ιδανικό δημοκρατίας, αλλά και η προειδοποίηση μιας ηγεμονίας που μπήκε σε πόλεμο χωρίς να ελέγχει όλες τις συνέπειες.
Ο Θεμιστοκλής είχε θεμελιώσει τη ναυτική κατεύθυνση πριν από εκείνον. Ο Σωκράτης έζησε την ίδια δημοκρατία και αποκάλυψε το κόστος της ανεξέλεγκτης βεβαιότητας. Ο Περικλής στέκεται ανάμεσά τους ως μέτρο και αντίφαση: η λογική μπορεί να υψώσει μια πόλη, αλλά η ισχύς χωρίς αυτοπεριορισμό μπορεί να την παρασύρει.



Τι απαιτεί η ζωή του από τη σημερινή Ελλάδα
Δεν γνωρίζουμε τι θα έλεγε ο Περικλής για τη σημερινή χώρα και δεν δικαιούμαστε να του βάλουμε σύγχρονα συνθήματα στο στόμα. Η ζωή του όμως μας αναγκάζει να θέσουμε συγκεκριμένα ερωτήματα. Αξιοκρατία σημαίνει να επιλέγονται ο Ικτίνος, ο Καλλικράτης και ο Φειδίας της κάθε εποχής για το έργο τους, όχι οι αυλικοί για την πίστη τους στον άρχοντα. Δημόσιο έργο σημαίνει διαφάνεια για το ποιος πληρώνει, ποιος εργάζεται και ποιος ωφελείται. Δημοκρατία σημαίνει συμμετοχή και έλεγχο, όχι ανάθεση της συνείδησης στον «πρώτο άνδρα».
Η παιδεία του Αναξαγόρα θυμίζει ότι ο πολίτης που γνωρίζει τους μηχανισμούς του φόβου χειραγωγείται δυσκολότερα. Η αυτοκυριαρχία του Περικλή, είτε ακριβώς ιστορική είτε ενισχυμένη από τον βιογράφο, δείχνει ότι δύναμη δεν είναι η κραυγή. Είναι να μην παραδίδεις τον νου σου στην οργή. Και η αθηναϊκή ηγεμονία προειδοποιεί ότι δεν μπορείς να απαιτείς ελευθερία για τους δικούς σου και υπακοή για όλους τους άλλους.
Η ηθική και η πίστη δεν δικαιώνονται από τα σύμβολα που επιδεικνύει μια εξουσία, αλλά από το μέτρο, την αλήθεια, την υπηρεσία και την προστασία του αδύναμου. Ο Παρθενώνας εξακολουθεί να λάμπει, αλλά η πόλη που τον έχτισε ηττήθηκε. Θα αρκεστούμε κι εμείς σε έργα βιτρίνας και μεγάλα λόγια ή θα χτίσουμε πολίτες και θεσμούς που αντέχουν όταν ο μεγάλος ηγέτης φύγει και η κρίση έρθει; Τα δικά σας συμπεράσματα.
Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.






