Μακρυγιάννης: από τις πληγές του Αγώνα στο χαρτί που έλεγχε την εξουσία
Ο αγωνιστής που ζήτησε από τον αναγνώστη να ελέγξει τη διαγωγή του. Η φτώχεια, η οικονομική άνοδος, οι συλλογικές μάχες και η πένα που δεν χάριζε την εξουσία ούτε στους δικούς του.

Μακρυγιάννης: Στις 26 Φεβρουαρίου 1829, στο Άργος, ο Μακρυγιάννης άρχισε να γράφει τη ζωή του με τα λίγα γράμματα που είχε καταφέρει να μάθει. Είχε ήδη πολεμήσει, τραυματιστεί και εμπλακεί στις συγκρούσεις των ίδιων των επαναστατών. Τώρα ζητούσε κάτι απρόσμενο από τον αναγνώστη: να ερευνήσει πρώτα τη δική του διαγωγή και ύστερα να κρίνει τα γραφόμενά του. Ο αγωνιστής δεν προσέφερε απλώς αναμνήσεις. Έθετε τον εαυτό του μπροστά σε έναν έλεγχο που απαιτούσε και από την εξουσία.
Μακρυγιάννης: Το παιδί που έμαθε να λογαριάζει την αδικία
Αυτός είναι ο λόγος να επιστρέψουμε στον Μακρυγιάννη σήμερα, πέρα από μια εικόνα γενναίου στρατηγού και μια φράση σε σχολική γιορτή. Η διαδρομή του ενώνει τη φτώχεια με την οικονομική άνοδο, τον κοινό Αγώνα με τον εμφύλιο, την προσωπική ανδρεία με τις πολιτικές αντιφάσεις και την απαίτηση Συντάγματος με μια θανατική καταδίκη που δεν εκτελέστηκε. Αν τον διαβάσουμε χωρίς φωτοστέφανο, θα βρούμε έναν άνθρωπο που μας αναγκάζει να ξεχωρίσουμε την αγάπη για την πατρίδα από την αφοσίωση σε όσους διεκδικούν ότι την εκπροσωπούν.
Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης γεννήθηκε στο Αβορίτι της Δωρίδας, κοντά στο Λιδορίκι. Το 1797 είναι η καθιερωμένη χρονολογία στις περισσότερες βιογραφικές παρουσιάσεις, ενώ η επιστημονική βάση «Τόποι Μνήμης της Ελληνικής Επανάστασης 1821» τοποθετεί τη γέννηση περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1790. Η διαφοροποίηση πρέπει να μένει ορατή. Η ακρίβεια μιας βιογραφίας δεν ενισχύεται όταν μετατρέπει μια προσεγγιστική γνώση σε βεβαιότητα που τα διαθέσιμα τεκμήρια δεν στηρίζουν.
Στο πρώτο κεφάλαιο των Απομνημονευμάτων, ο ίδιος περιγράφει μια οικογένεια πολύ φτωχή, εκτεθειμένη στη βία και στην ανασφάλεια της οθωμανικής εξουσίας. Αφηγείται ότι η μητέρα του τον γέννησε μόνη, ενώ επέστρεφε φορτωμένη ξύλα, και ότι αργότερα η οικογένεια διέφυγε προς τη Λιβαδειά. Αυτές οι σκηνές έχουν μεγάλη αφηγηματική δύναμη. Ο συγγραφέας, όμως, διευκρινίζει ότι τις άκουσε από τη μητέρα και τους συγγενείς του.
Επομένως η ιστορία της γέννησης δεν είναι αυτόπτη μαρτυρία του ίδιου. Είναι οικογενειακή μνήμη που εκείνος καταγράφει πολλά χρόνια αργότερα. Μπορούμε να τη διαβάσουμε ως τεκμήριο για τον τρόπο με τον οποίο κατανοούσε την αρχή της ζωής του. Δεν μπορούμε να την παρουσιάσουμε σαν σκηνή αποτυπωμένη από ουδέτερο παρατηρητή, με ακριβείς κινήσεις, καιρό ή σκέψεις που δεν αναφέρει κανένα έγγραφο.
Η διάκριση δεν αφαιρεί το συναίσθημα. Το τοποθετεί εκεί όπου ανήκει: στη μνήμη μιας οικογένειας που συνδέει τη γέννηση του παιδιού με κόπο, κίνδυνο και φυγή. Για τον μετέπειτα συγγραφέα, η φτώχεια δεν είναι αφηρημένη λέξη. Είναι ο κόσμος από τον οποίο ξεκίνησε και μέσα στον οποίο ο αδύναμος άνθρωπος χρειαζόταν προστασία από όσους μπορούσαν να επιβάλλουν τη θέλησή τους.
Όταν φτάνει στις δικές του παιδικές εμπειρίες, περιγράφει εργασία σε σπίτια, ξυλοδαρμούς και προσπάθειες διαφυγής από υπηρεσία που ένιωθε ταπεινωτική. Δεν αφηγείται ένα παιδί πάντοτε ήρεμο και υποδειγματικό. Καταγράφει και τη δική του βίαιη αντίδραση. Αυτό το στοιχείο δυσκολεύει μια άψογη ηρωική εικόνα, αλλά προσθέτει αλήθεια στην ανθρώπινη αφήγηση: ο θυμός της ταπείνωσης δεν εμφανίζεται πάντα με μορφή που θα εγκρίναμε σήμερα.
Στη Δεσφίνα, σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, μια δημόσια κακομεταχείριση τον πληγώνει περισσότερο ως εξευτελισμός παρά ως σωματικός πόνος. Καταφεύγει στον Άγιο Ιωάννη και περιγράφει την προσευχή του σαν προσωπική συμφωνία. Η σκηνή φανερώνει τον κόσμο της πίστης μέσα στον οποίο αναζητεί δικαιοσύνη. Δεν αποτελεί απόδειξη υπερφυσικού γεγονότος, ούτε χρειάζεται να διαβαστεί με ειρωνεία για να κατανοηθεί ιστορικά.
Η πίστη του έχει προσωπικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Συνδέει την αξιοπρέπεια, τον όρκο, την ευγνωμοσύνη και την υποχρέωση να εκπληρώνει όσα θεωρεί ότι υποσχέθηκε. Για έναν σύγχρονο αναγνώστη, αυτό μπορεί να είναι οικείο ή ξένο. Η ιστορική ανάγνωση δεν απαιτεί να υιοθετήσουμε κάθε ερμηνεία του. Απαιτεί να μην αφαιρέσουμε από τον άνθρωπο το πλαίσιο μέσα στο οποίο έπαιρνε αποφάσεις και καταλάβαινε τις συνέπειές τους.
Η διαδρομή προς την Άρτα αλλάζει ουσιαστικά τη θέση του. Εκεί υπηρετεί στο περιβάλλον του Θανάση Λιδωρίκη και αρχίζει δικές του οικονομικές δραστηριότητες. Στα Απομνημονεύματα περιγράφει δανεισμό, εμπορικές συμφωνίες, αγορές αγροτικών προϊόντων και κέρδη. Δεν ήταν σε όλη τη ζωή του ένας φτωχός άνθρωπος χωρίς περιουσία. Η δική του μαρτυρία δείχνει έναν δραστήριο έμπορο που απέκτησε χρήματα, σπίτι και οικονομική ανεξαρτησία πριν από την Επανάσταση.
Ένα λιγότερο συζητημένο τεκμήριο είναι ο τρόπος με τον οποίο ζητά να καταγράφονται οι αγορές του σπιτιού όπου εργάζεται. Εξηγεί ότι θέλει τα χρήματα και ο λογαριασμός να ελέγχονται, ώστε η μελλοντική του βελτίωση να μη μετατραπεί σε υποψία κλοπής. Πρόκειται για τη δική του εκδοχή μιας συμφωνίας, όχι σωζόμενο συμβόλαιο που εξετάστηκε εδώ. Έχει, πάντως, ενδιαφέρον ότι η ανάγκη λογοδοσίας εμφανίζεται ήδη στην οικονομική αυτοπαρουσίασή του.
Στην ίδια αφήγηση περιγράφει κερδοφόρες συναλλαγές σε συνθήκες έλλειψης προϊόντων. Δεν χρειάζεται να μεταφέρουμε αυτούσιες τις οικονομικές πρακτικές του πρώιμου δέκατου ένατου αιώνα στους σημερινούς κανόνες. Χρειάζεται όμως να μην κρύψουμε ότι ο μετέπειτα αυστηρός κατήγορος της ιδιοτέλειας γνώριζε από μέσα τον κόσμο του χρήματος και των δικτύων προστασίας. Η προσωπικότητά του δεν εξηγείται μόνο από τις πολεμικές του πράξεις.
Η ένταξη στη Φιλική Εταιρεία και η συμμετοχή στην Επανάσταση μεταφέρουν αυτή την ήδη διαμορφωμένη προσωπικότητα σε διαφορετικό πεδίο. Ο έμπορος δεν ξεκινά από το μηδέν: έχει εμπειρία διαπραγμάτευσης, σχέσεων και οργάνωσης. Αυτές οι δεξιότητες μπορούν να υπηρετήσουν την επιβίωση ενός στρατιωτικού σώματος, αλλά και τις πολιτικές μετακινήσεις μέσα σε έναν Αγώνα που δεν είχε ενιαία, αδιαμφισβήτητη ηγεσία.
Η ακαδημαϊκή βιογραφία των «Τόπων Μνήμης» επισημαίνει την οικονομική άνοδο και τις επιλογές του μεταξύ ανταγωνιστικών πολιτικών δυνάμεων. Η ερμηνεία αυτή βοηθά να δούμε έναν άνθρωπο της εποχής του, αντί για μορφή που ζούσε έξω από τα συμφέροντα και τους συμβιβασμούς της. Η δική μας ανάγνωση δεν χρειάζεται να διαλέξει ανάμεσα σε απόλυτη αγιοποίηση και απόλυτη απαξίωση. Χρειάζεται να εξετάσει συγκεκριμένες πράξεις.
Μύλοι και Αθήνα: το θάρρος μέσα σε έναν συλλογικό πόλεμο
Ο Αγώνας του Μακρυγιάννη δεν εξελίσσεται μόνο απέναντι στην οθωμανική εξουσία. Στα Απομνημονεύματα καταγράφει τις συγκρούσεις των επαναστατών, τις αντιθέσεις Βουλευτικού και Εκτελεστικού και τη δική του συμμετοχή σε αντίπαλα στρατόπεδα. Μιλά για φατρίες και συμφέροντα με οξύτητα. Ο αναγνώστης οφείλει να θυμάται ότι δεν μιλά ένας παρατηρητής έξω από τα γεγονότα. Μιλά ένας συμμετέχων που επιχειρεί να εξηγήσει και να δικαιολογήσει τη θέση του.
Στο έκτο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου αναφέρει ότι, μαζί με τον Θοδωρή Ζαχαρόπουλο, έκρυψαν αρχεία του Βουλευτικού για να μην περάσουν στα χέρια των αντιπάλων. Η πληροφορία είναι αυτοβιογραφική μαρτυρία και έτσι πρέπει να αποδίδεται. Φωτίζει όμως μια σημαντική πλευρά του πολέμου: η ισχύς δεν ασκείται μόνο με τα όπλα. Ασκείται και με τον έλεγχο εγγράφων, αποφάσεων και της θεσμικής συνέχειας που αυτά αντιπροσωπεύουν.
Στο ίδιο κεφάλαιο ο Μακρυγιάννης δεν κρύβει ότι ελληνικά σώματα επιβάρυναν τους κατοίκους και ότι οι συγκρούσεις κόστισαν ζωές. Η επίμονη διάκριση ανάμεσα στον στρατιώτη που θυσιάζεται και στον αρχηγό που διεκδικεί όφελος είναι κεντρική στη γραφή του. Δεν σημαίνει ότι κάθε κατηγορία του αποδεικνύεται αυτομάτως. Σημαίνει ότι η Επανάσταση, όπως την έζησε και την αναδιηγήθηκε, είχε και εσωτερικές πληγές.
Η διαδρομή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη προσφέρει διαφορετική είσοδο στην ίδια εποχή. Οι αντιθέσεις ανάμεσα στους αγωνιστές δεν ακυρώνουν τις πολεμικές τους συνεισφορές. Μας υποχρεώνουν να διαβάζουμε περισσότερες από μία μαρτυρίες. Ένα παράπονο του Μακρυγιάννη εναντίον του Κολοκοτρώνη δεν είναι ολοκληρωμένη ιστορική αποτίμηση του δεύτερου, όπως και η φήμη του δεύτερου δεν καταργεί την ανάγκη να εξεταστεί το παράπονο.
Το 1825 η εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο δημιουργεί έναν εξωτερικό κίνδυνο που δεν αφήνει χώρο για την αυταπάτη ότι οι εσωτερικές νίκες εξασφάλιζαν τη λευτεριά. Ο Μακρυγιάννης συμμετέχει στην άμυνα του Νεοκάστρου και αργότερα στην αντίσταση στους Μύλους της Λέρνας. Η αφήγηση δεν είναι μια αδιάκοπη αλυσίδα προσωπικών θριάμβων. Περιλαμβάνει υποχώρηση, απώλεια θέσεων, έλλειψη και αναγκαστική ανασύνταξη.
Στους Μύλους, στις 13 Ιουνίου 1825, η αντίσταση αφορά μια στρατηγική θέση κοντά στο Ναύπλιο και τις προμήθειες που βρίσκονταν εκεί. Στην άμυνα συμμετείχαν ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, Έλληνες μαχητές και Φιλέλληνες. Το Μουσείο Φιλελληνισμού επισημαίνει ακριβώς αυτή τη συλλογική διάσταση. Η παρουσία του Μακρυγιάννη είναι κρίσιμη, αλλά η έκβαση δεν μπορεί να αφηγηθεί ως κατόρθωμα ενός ανθρώπου που πολέμησε μόνος.
Η δική του περιγραφή στο όγδοο κεφάλαιο είναι γεμάτη πρακτικές λεπτομέρειες: ταμπούρια, τοίχος, ανοίγματα για πυρά και μέριμνα για νερό. Η αναφορά στο νερό συνδέεται με όσα είχε υποφέρει στο Νεόκαστρο. Είναι μια από τις στιγμές όπου η προηγούμενη αποτυχία γίνεται γνώση για την επόμενη άμυνα. Το θάρρος δεν εμφανίζεται μόνο ως ορμή. Εμφανίζεται ως προετοιμασία που προσπαθεί να αποτρέψει έναν ήδη γνωστό κίνδυνο.
Αυτό το τεκμήριο είναι πιο χρήσιμο από μια αόριστη δήλωση ότι ο ήρωας δεν φοβόταν τίποτα. Ο άνθρωπος αναγνωρίζει πως η δίψα και οι ελλείψεις μπορούν να διαλύσουν την αντίσταση. Προσπαθεί να οργανώσει τον χώρο ώστε οι σύντροφοί του να αντέξουν. Η ηγεσία εδώ έχει υλικό περιεχόμενο: προμήθειες, θέση, συνεργασία και δυνατότητα παραμονής, όχι μόνο λόγια που θα ακούγονταν ωραία σε μια μεταγενέστερη ομιλία.
Στην κρίσιμη φάση της μάχης, η διάρρηξη της άμυνας αντιμετωπίζεται με αντεπίθεση από τον Μακρυγιάννη και άλλους μαχητές. Η μουσειακή παρουσίαση αναφέρει και τη συμμετοχή Φιλελλήνων. Ο ίδιος αφηγείται τη σύγκρουση από τη δική του θέση και καταγράφει τραυματισμό. Δεν χρειάζεται να υιοθετήσουμε ανεξέλεγκτους αριθμούς αντιπάλων ή απωλειών για να κατανοήσουμε τον κίνδυνο: η απώλεια της θέσης θα άλλαζε ουσιαστικά την άμυνα της περιοχής.
Στην αφήγηση των Μύλων υπάρχει και η γνωστή συνομιλία με τον Γάλλο ναύαρχο Ντερνύ. Ο Μακρυγιάννης αποδίδει στον συνομιλητή του αμφιβολία για την ισχύ των θέσεων και απαντά με εμπιστοσύνη στον Θεό και αποφασιστικότητα των λίγων. Η σκηνή προέρχεται από τα Απομνημονεύματα. Δεν τη διαθέτουμε εδώ ως ανεξάρτητη καταγραφή του ναυάρχου. Η διάκριση είναι απαραίτητη, ιδίως όταν οι φράσεις της αναπαράγονται σήμερα σαν απομαγνητοφωνημένος διάλογος.
Αμέσως γύρω από αυτή την υψηλή γλώσσα της πίστης, ο ίδιος περιγράφει πολύ πρακτικές διαφωνίες: ποιος θα μείνει στη θέση, ποιος θα αναλάβει φύλαξη και πώς θα υπάρχει δυνατότητα υποχώρησης με καΐκια αν καταρρεύσει η άμυνα. Η σχετική μαρτυρία δείχνει ότι η απόφαση αντίστασης δεν καταργούσε τη σκέψη για τον κίνδυνο. Η ανδρεία συνυπάρχει με υπολογισμό και προσπάθεια να συμφωνήσουν περισσότεροι άνθρωποι σε κοινό σχέδιο.
Ο διάλογος, επομένως, δεν πρέπει να απομονώνεται από την προετοιμασία. Αν κρατήσουμε μόνο την επίκληση στη θεία προστασία, χάνουμε τον κόπο κατασκευής και οργάνωσης. Αν κρατήσουμε μόνο τα ταμπούρια, αφαιρούμε τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος άντεχε ψυχολογικά την απειλή. Η ιστορική προσωπικότητα βρίσκεται στον συνδυασμό, όχι σε μια επιλογή που θα την έκανε πιο εύχρηστη για το σημερινό μας μήνυμα.
Έχει επίσης σημασία ότι οι προμήθειες που περιγράφει δεν εμφανίζονται όλες ως προσωπικό του απόκτημα. Αναφέρει εφόδια που είχαν αιχμαλωτίσει ελληνικά πλοία και που συγκεντρώθηκαν για τις ανάγκες του πολέμου. Έτσι η τοπική άμυνα συνδέεται με εργασία ανθρώπων που δεν βρίσκονται όλοι μέσα στη συγκεκριμένη σκηνή μάχης. Η ναυτική δράση, η μεταφορά και η φύλαξη μπορούν να είναι αποφασιστικές ακόμη κι όταν η μεταγενέστερη αφήγηση θυμάται κυρίως τον οπλαρχηγό.
Το ίδιο ισχύει για τους κατοίκους που μετακινούν οικογένειες και εφόδια. Στη δική του αφήγηση, οι άνθρωποι που φεύγουν προς ασφάλεια δεν είναι απλώς φόντο. Είναι μέρος του διακυβεύματος που υπερασπίζεται η θέση. Η μάχη δεν αφορά μόνο τη σύγκρουση ενόπλων, αλλά το αν μια κοινότητα θα έχει χώρο να επιβιώσει. Αυτό δίνει συγκεκριμένο ανθρώπινο νόημα στην πατριωτική πράξη, πέρα από το όνομα που θα γραφτεί σε ένα μνημείο.
Η σύγκριση με τη σημερινή προετοιμασία μιας δημόσιας υπηρεσίας μπορεί να γίνει μόνο ως προσεκτική αναλογία οργάνωσης. Το μάθημα μιας προηγούμενης αποτυχίας πρέπει να αλλάζει τις πρακτικές της επόμενης προσπάθειας. Δεν εξισώνουμε μια διοικητική καθυστέρηση με πολεμική πολιορκία. Αναγνωρίζουμε όμως την ευθύνη να μην επαναλαμβάνεται ένα γνωστό κενό επειδή η εξαγγελία ακούγεται πιο εύκολα από τον έλεγχο των αναγκαίων μέσων.
Η επιτυχία στους Μύλους δεν τελείωσε τον πόλεμο ούτε εξάλειψε την ισχύ του Ιμπραήμ. Απέδειξε ότι συγκεκριμένη αντίσταση ήταν δυνατή μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Αυτή είναι η ουσιαστική σημασία της, χωρίς τον εύκολο τίτλο μιας μοναδικής μάχης που δήθεν έσωσε μόνη ολόκληρη τη χώρα. Η Ελληνική Επανάσταση χρειάστηκε πολλές εστίες άμυνας, προμήθειες, ναυτικές ενέργειες και μεταγενέστερες διεθνείς εξελίξεις.
Στη συνέχεια η Αθήνα γίνεται καθοριστικός τόπος της ζωής του. Ο γάμος με την Αικατερίνη, γνωστή ως Κατίγκω, από την οικογένεια Σκουζέ συνδέει την προσωπική του διαδρομή με την αθηναϊκή κοινωνία. Η οικογενειακή σχέση δεν είναι διακοσμητική πληροφορία ενός βιογραφικού. Εξηγεί γιατί η πόλη συνδέεται πλέον με σπίτι, σχέσεις και μέλλον, μαζί με τον πολεμικό της ρόλο.
Στην πολιορκία της Ακρόπολης το 1826 και στις επιχειρήσεις που ακολούθησαν, ο Μακρυγιάννης πολεμά μέσα σε μια συλλογική προσπάθεια όπου εμφανίζονται ο Γιάννης Γκούρας, ο Κάρολος Φαβιέρος, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και πολλοί άλλοι. Τα τραύματα που αποκόμισε συνοδεύουν τη μετέπειτα ζωή του. Δεν τεκμηριώνεται εδώ μια σημερινή ιατρική διάγνωση που θα εξηγούσε συνολικά τον χαρακτήρα ή κάθε μεταγενέστερη απόφασή του.
Η υπεράσπιση της Ακρόπολης δεν καταλήγει σε διαρκή ελληνική κατοχή εκείνης της θέσης. Η παράδοση του 1827 και η ήττα των επιχειρήσεων ανακούφισης δείχνουν ότι η ανδρεία δεν εγγυάται την επιτυχία. Η ιστορική αφήγηση χάνει την ουσία της αν αφαιρεί τέτοιες καταλήξεις για να κρατήσει άθικτη μια ηρωική εικόνα. Ο πραγματικός κίνδυνος, η αντοχή και οι συνέπειες διατηρούν το βάρος τους ακόμη και όταν η έκβαση είναι οδυνηρή.
Ο Μακρυγιάννης αξίζει θαυμασμό για την παρουσία του σε τέτοιες συνθήκες, με προσωπικό σωματικό κόστος. Ο θαυμασμός δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε υπεράνθρωπη ανοσία απέναντι στον φόβο, στην ήττα ή στον θυμό. Όσο πιο καθαρά βλέπουμε τον άνθρωπο, τόσο περισσότερο κατανοούμε τι σημαίνει να επιμένει. Μια μορφή χωρίς αδυναμία δεν μας εξηγεί την ανδρεία· μας στερεί την κλίμακα του κόστους της.
Μια λιγότερο γνωστή λεπτομέρεια των Απομνημονευμάτων δείχνει την προσπάθεια προσαρμογής. Στο κεφάλαιο Α9 γράφει ότι, όταν πήγε στην Αθήνα για να εκπαιδευτεί με το τακτικό σώμα του Φαβιέρου, χρησιμοποίησε ξύλινο ντουφέκι επειδή η πληγή στο χέρι του δεν είχε αποκατασταθεί. Πρόκειται για τη δική του μαρτυρία, καταγραμμένη στα Απομνημονεύματα. Η αξία της βρίσκεται στην εικόνα ενός τραυματισμένου αγωνιστή που προσπαθεί να μάθει άλλη στρατιωτική οργάνωση, αντί να θεωρεί τον προηγούμενο βαθμό του επαρκή απάντηση σε κάθε νέα ανάγκη.

Η πένα, οι εικόνες και το αίτημα για Σύνταγμα
Στο Άργος του 1829, ο Μακρυγιάννης υπηρετεί σε θέση εκτελεστικής δύναμης επί Ιωάννη Καποδίστρια. Στην εισαγωγή του σημειώνει τον τόπο, την ημερομηνία και την ιδιότητά του. Περιγράφει επίσης ότι είχε λίγη γνώση γραφής και ότι φίλοι τον βοήθησαν να μάθει περισσότερα. Δεν πρόκειται για θαυματουργή κατάκτηση της γλώσσας σε μια νύχτα. Πρόκειται για προσπάθεια ενός ενήλικου ανθρώπου να αποκτήσει μέσο καταγραφής και δημόσιας κρίσης.
Η γραφή του κρατά τον ρυθμό της ομιλίας, τις επιστροφές, την ένταση και τη συγκεκριμένη εικόνα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αφήγηση είναι απλή ή αθώα ως προς την αυτοπαρουσίαση. Ο συγγραφέας ξέρει τι θέλει να αφήσει στους μεταγενέστερους. Υπερασπίζεται την εντιμότητά του, ξεχωρίζει φίλους και αντιπάλους και ερμηνεύει γεγονότα. Η λογοτεχνική δύναμη και η ιστορική μεροληψία μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο πολύτιμο κείμενο.
Το αίτημά του προς τον αναγνώστη είναι αυστηρό: να διαβάσει ολόκληρο το έργο πριν κρίνει. Σήμερα, που μια φράση μεταφέρεται εύκολα μακριά από το συμφραζόμενό της, η απαίτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε τον Μακρυγιάννη για να στηρίξουμε ό,τι ήδη πιστεύουμε και να αγνοούμε τα σημεία όπου μας δυσκολεύει. Η αποσπασματική χρήση του δεν είναι σεβασμός στην παρακαταθήκη του.
Η γνωστή φράση «να λέγει εμείς» ανήκει σε ένα επιχείρημα για το κοινό βάρος του Αγώνα. Αμέσως συνδέεται με το ότι πολλές πλάτες στήριξαν τη συλλογική προσπάθεια. Δεν είναι γενική εντολή να εξαφανίζεται η διαφωνία ή να υποτάσσεται ο πολίτης σε όποιον μιλά στο όνομα του συνόλου. Το εμείς έχει αξία επειδή αναγνωρίζει συνεισφορές και υποχρεώσεις, όχι επειδή ακυρώνει τον έλεγχο εκείνων που διοικούν.
Στην ίδια εισαγωγή καταγγέλλει πλουτισμό και φατρίες. Η ένταση της γλώσσας του χρειάζεται να διαβαστεί ως λόγος ενός αγωνιστή και πολιτικού αντιπάλου. Δεν μπορούμε να μετατρέψουμε κάθε χαρακτηρισμό του σε σύγχρονη δικαστική διαπίστωση. Μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε τη βασική αγωνία: πώς η ελευθερία που κατακτήθηκε με συλλογική θυσία κινδυνεύει να υπηρετεί τη συσσώρευση ισχύος και οφέλους από λίγους.
Ο ίδιος περιλαμβάνει τον εαυτό του μέσα στο πρόβλημα που περιγράφει. Η παραδοχή ότι ήταν ένας από αυτούς δεν λύνει όλες τις αντιφάσεις του. Αποτρέπει, όμως, την εύκολη ανάγνωση ενός αμόλυντου παρατηρητή που καταδικάζει μόνο τους άλλους. Η αυτοκριτική είναι πιο απαιτητική όταν δεν χρησιμοποιείται ως στιγμιαία τελετουργία, αλλά ανοίγει χώρο να εξετάσουμε και τις δικές μας συμμετοχές στις καταστάσεις που αποδοκιμάζουμε.
Η σχέση του με τον Ιωάννη Καποδίστρια επίσης δεν χωρά σε απλό σχήμα πιστού υπηρέτη. Υπηρετεί το κράτος του Κυβερνήτη και αργότερα περνά στην αντιπολίτευση. Η συγκρότηση της κεντρικής εξουσίας συγκρούεται με προσδοκίες, συμφέροντα και αντιλήψεις ανθρώπων που συμμετείχαν στην Επανάσταση. Το ότι ένα πρόσωπο είχε ουσιαστική συμβολή στον Αγώνα δεν σημαίνει ότι κάθε μεταγενέστερη πολιτική επιλογή του ήταν αναμφισβήτητα ορθή.
Ένα δεύτερο μέσο μνήμης ήταν οι εικόνες των μαχών που παρήγγειλε. Στο πέμπτο κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου εξηγεί ότι ήθελε να αποτυπωθούν οι τόποι και οι πολεμικές πράξεις. Περιγράφει αρχική συνεργασία με ξένο ζωγράφο που δεν τον ικανοποίησε και τη συνεργασία που ακολούθησε με τον Παναγιώτη Ζωγράφο και τους γιους του. Η ζωγραφική γίνεται τρόπος να μεταφερθεί η δική του γνώση και ερμηνεία σε κοινό πέρα από τον γραπτό λόγο.
Η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, στην παρουσίαση της Εικονογραφίας του Αγώνα, αναφέρει τη δημιουργία των κάδρων την περίοδο 1836 έως 1839 και αποδίδει ιδιαίτερο ρόλο στον Δημήτριο Ζωγράφο. Η παραδοσιακή απόδοση στον Παναγιώτη και η αναφορά στον Δημήτριο δεν πρέπει να μας οδηγήσουν σε αυθαίρετη εξάλειψη της οικογενειακής συνεργασίας. Εδώ κρατούμε τη διάκριση ανάμεσα στη μαρτυρία του παραγγελιοδότη και στη μεταγενέστερη έρευνα της συλλογής.
Αυτές οι εικόνες δεν είναι φωτογραφίες της μάχης. Είναι αναπαραστάσεις που συνδέουν τοπογραφία, πρόσωπα, γεγονότα και τον στοχασμό του Μακρυγιάννη. Η αξία τους βρίσκεται και σε αυτόν τον συνδυασμό. Δεν χρειάζεται να είναι ουδέτερα οπτικά αντίγραφα για να αποτελούν ιστορικά τεκμήρια. Χρειάζεται όμως να διαβάζονται ως τεκμήρια μιας συγκεκριμένης οπτικής, με έλεγχο απέναντι σε άλλες μαρτυρίες και έγγραφα.
Στη δημόσια παρουσίαση των εικόνων ο ίδιος περιγράφει ότι προσκαλούσε αγωνιστές να τις δουν και να εξετάσουν τις θέσεις των μαχών. Η πληροφορία προέρχεται από τη δική του αφήγηση. Είναι σημαντική γιατί δείχνει την επιθυμία να αναγνωριστεί η μνήμη από ανθρώπους που συμμετείχαν, όχι μόνο να παραχθεί ένα εντυπωσιακό έργο. Δεν ισοδυναμεί, ωστόσο, με σημερινή διαδικασία ανεξάρτητης ιστορικής πιστοποίησης κάθε λεπτομέρειας.
Με τον Όθωνα, το ζήτημα της εξουσίας παίρνει διαφορετική μορφή. Το αίτημα για Σύνταγμα ενώνει ανθρώπους με διαφορετικές αφετηρίες. Η νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 είναι συλλογικό πολιτικό γεγονός, με τη φρουρά των Αθηνών υπό τον Δημήτριο Καλλέργη και πολίτες που απαιτούν αλλαγή. Ο Μακρυγιάννης έχει ουσιαστική συμμετοχή στην προετοιμασία και στη διεκδίκηση. Δεν είναι ο μοναδικός δημιουργός του κινήματος.
Η επίσημη συνταγματική ιστορία της Βουλής διακρίνει το Σύνταγμα του 1844 από τα επαναστατικά Συντάγματα που είχαν προηγηθεί. Επομένως δεν είναι σωστό να λέγεται ότι ο Μακρυγιάννης έφερε το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας γενικά. Το 1844 σηματοδοτεί μετάβαση από την απόλυτη στη συνταγματική μοναρχία. Η βασιλική εξουσία εξακολουθεί να έχει σημαντικές αρμοδιότητες, ενώ η Βουλή και η Γερουσία εντάσσονται στο νέο πολίτευμα.
Το κέρδος της διεκδίκησης δεν ήταν μικρό. Η εξουσία αναγκαζόταν να λειτουργεί μέσα σε καταγεγραμμένο πολιτειακό πλαίσιο. Ταυτόχρονα, η ύπαρξη κειμένου δεν εξασφάλιζε μόνη της την εφαρμογή του. Αυτή η ένταση διαπερνά και τη μεταγενέστερη αφήγηση του Μακρυγιάννη: η απαίτηση για κανόνες δεν τελειώνει τη στιγμή που οι κανόνες ψηφίζονται. Ακολουθεί η δυσκολότερη δοκιμασία, αν όσοι κυβερνούν τους σέβονται στην πράξη.
Στην περιγραφή της Εθνικής Συνέλευσης, στο πρώτο κεφάλαιο του τέταρτου βιβλίου, ζητά να μη γίνονται στρατιωτικές προαγωγές πριν ολοκληρωθούν οι εργασίες. Θεωρεί ότι οι ανταμοιβές μπορούν να επηρεάζουν τους συσχετισμούς και να προκαλούν διχόνοια. Πρόκειται για δική του πρόταση και δική του καταγγελία της απόρριψής της. Η συγκεκριμένη μαρτυρία επιτρέπει να κατανοήσουμε ότι η ανησυχία του αφορά και τον τρόπο λειτουργίας ενός αντιπροσωπευτικού σώματος.
Στο ίδιο κεφάλαιο αφηγείται ότι αρνήθηκε να παραδώσει στον βασιλιά έναν όρκο με υπογραφές ανθρώπων που τον είχαν εμπιστευθεί. Η διήγηση δεν διασταυρώνεται εδώ με το ίδιο το έγγραφο του όρκου. Μπορεί να διαβαστεί ως τεκμήριο της εικόνας που θέλει να αφήσει για την ευθύνη του απέναντι στους συνεργάτες του. Η εμπιστοσύνη, στη δική του αφήγηση, δεν γίνεται προσωπική εξουσιοδότηση για να διαθέτει ελεύθερα τους άλλους.
Η καταδίκη, η μεταγενέστερη φήμη και ο σημερινός έλεγχος
Το 1853 ο Μακρυγιάννης καταδικάζεται σε θάνατο με κατηγορία που αφορά συνωμοσία εναντίον του Όθωνα. Η ποινή δεν εκτελείται. Οι βιογραφικές πηγές καταγράφουν μετατροπή της και μεταγενέστερη αποφυλάκιση, με παρέμβαση του Δημήτριου Καλλέργη. Ο πολεμιστής που συμμετείχε στη διεκδίκηση συνταγματικών περιορισμών βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με το κράτος για το οποίο είχε πολεμήσει. Αυτή η αντίφαση έχει πραγματικό βάρος χωρίς να χρειάζεται επινόηση μιας σκηνής στο δικαστήριο.
Η ύπαρξη καταδίκης είναι ιστορικό γεγονός. Η πλήρης απόδειξη κάθε κατηγορίας και η αξιολόγηση της διαδικασίας είναι διαφορετικά ζητήματα, που απαιτούν εξέταση του δικαστικού υλικού. Δεν παρουσιάζουμε τον Μακρυγιάννη ως αποδεδειγμένο επίδοξο δολοφόνο ούτε βαφτίζουμε τη δίκη μια υπόθεση με γνωστό κρυφό σκηνοθέτη χωρίς ειδικά τεκμήρια. Η πολιτική σύγκρουση που περιβάλλει την υπόθεση δεν μας απαλλάσσει από την υποχρέωση να δηλώνουμε τι γνωρίζουμε και τι δεν εξετάστηκε.
Η ζωή του συνεχίζεται μετά την καταδίκη, με επιβαρυμένη υγεία και απομάκρυνση από την προηγούμενη ένταση της δημόσιας δράσης. Οι πηγές συνδέουν την κατάσταση αυτή με παλιούς τραυματισμούς και τις κακουχίες. Δεν διαθέτουμε εδώ ιατρικό πιστοποιητικό που να επιτρέπει συγκεκριμένη αιτία θανάτου. Η ασφαλής διατύπωση είναι ότι πέθανε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1864, ύστερα από χρόνια σωματικής δοκιμασίας. Δεν εκτελέστηκε και δεν τεκμηριώνεται δολοφονία του.
Η 27η Απριλίου 1864 είναι η καθιερωμένη ημερομηνία, την οποία αναφέρει και το Μουσείο Παύλου Βρέλλη. Αξίζει όμως να δηλωθεί μια πραγματική ασυνέπεια: η επιστημονική σελίδα των «Τόπων Μνήμης» γράφει στην αρχή 24 Απριλίου και αργότερα 27 Απριλίου. Η απόκλιση παραμένει ανοικτή στην παρουσίαση της πηγής. Η ανάδειξή της υπενθυμίζει ότι ακόμη και μια επιστημονική βιογραφική βάση χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση και έλεγχο των επιμέρους καταχωρίσεών της.
Τα «Οράματα και θάματα» φωτίζουν μια ακόμη πλευρά του, την επίμονη θρησκευτική και μυστικιστική εμπειρία. Η ιστορική έρευνα μπορεί να μελετά το χειρόγραφο ως έκφραση πίστης, αγωνίας και αυτοκατανόησης. Δεν είναι σωστό να χρησιμοποιούνται τα οράματα ως απόδειξη υπερφυσικών γεγονότων ούτε να αποδίδεται από απόσταση μια βέβαιη ψυχιατρική διάγνωση. Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται ούτε θαυματουργή αγιοποίηση ούτε πρόχειρη ιατρικοποίηση για να αποκτήσει ιστορική θέση.
Τα Απομνημονεύματα δεν έγιναν αμέσως εθνικό ανάγνωσμα όσο ζούσε. Η έκδοση του Γιάννη Βλαχογιάννη το 1907, καταγεγραμμένη και στην ψηφιακή βιβλιοθήκη Ανέμη του Πανεπιστημίου Κρήτης, είναι καθοριστικός σταθμός της μεταγενέστερης διαδρομής τους. Η δημοσίευση και η ευρεία λογοτεχνική αναγνώριση είναι δύο διαφορετικές φάσεις. Η φήμη του συγγραφέα οικοδομήθηκε σταδιακά μέσα από νέες αναγνώσεις, επιλογές και αντιπαραθέσεις.
Ο Γιώργος Σεφέρης, ποιητής και δοκιμιογράφος, τον ανέδειξε στη γνωστή παρέμβασή του «Ένας Έλληνας, ο Μακρυγιάννης» το 1943. Αυτή είναι μεταγενέστερη ερμηνεία, όχι μαρτυρία για τις μάχες του 1821. Το βάρος της βρίσκεται στην ανάγνωση της γλώσσας και της εθνικής εμπειρίας. Η τιμή που προσφέρει στον Μακρυγιάννη δεν μας υποχρεώνει να θεωρήσουμε αδιαμφισβήτητη κάθε ιστορική κρίση του στρατηγού.
Η φιλολογική αναγνώριση έκανε το έργο οικείο σε γενιές αναγνωστών. Παράλληλα, η μετατροπή του συγγραφέα σε καθολικό σύμβολο μπορούσε να κρύψει τις πολιτικές του επιλογές. Η σύγχρονη ιστοριογραφία εξετάζει ακριβώς αυτή τη διαδικασία. Ο Νίκος Θεοτοκάς, ιστορικός και συγγραφέας του «Βίου του Στρατηγού Μακρυγιάννη» το 2012, προσεγγίζει το πρόσωπο μέσα στους κοινωνικούς και πολιτικούς κώδικες της εποχής του. Η ερμηνεία διακρίνεται από τα ίδια τα γεγονότα.
Το να επισημαίνουμε αυτή τη διάκριση δεν είναι προσπάθεια να μικρύνουμε τον ήρωα. Είναι τρόπος να τον συναντήσουμε χωρίς να τον αναγκάζουμε να απαντήσει σε όλες τις ανάγκες της δικής μας εποχής. Ο Μακρυγιάννης δεν ήταν σύγχρονος συνταγματολόγος, οικονομολόγος ή εκπρόσωπος μιας σημερινής ιδεολογίας. Ήταν ένας άνθρωπος που προσπάθησε, με τα εργαλεία που διέθετε, να διεκδικήσει αναγνώριση, κανόνες και θέση μέσα σε μια χώρα που άλλαζε.
Ο σημερινός παραλληλισμός χρειάζεται να παραμείνει συγκεκριμένος. Ζούμε σε διαφορετικό πολίτευμα, με εκλογές, κοινοβουλευτικές διαδικασίες και θεσμούς δικαστικής προστασίας. Δεν εξισώνουμε τη συνταγματική μοναρχία του Όθωνα με τη σημερινή Ελλάδα. Μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε ένα διαρκές ερώτημα: πώς ένας δημόσιος κανόνας γίνεται πραγματική προστασία του πολίτη και πώς ελέγχεται η απόσταση ανάμεσα στη διακήρυξη και στην εφαρμογή του.
Στη σημερινή δημόσια ζωή, το έγγραφο μπορεί να είναι η αιτιολογία μιας απόφασης, το κείμενο μιας σύμβασης, ο προϋπολογισμός ή ένα πρακτικό. Η διεκδίκηση πρόσβασης και κατανοητής απάντησης είναι ειρηνικός τρόπος ελέγχου της εξουσίας. Δεν χρειάζεται να αντιγράφουμε πολεμικές πράξεις για να τιμήσουμε έναν αγωνιστή. Χρειάζεται να χρησιμοποιούμε τα δημοκρατικά μέσα ώστε η συλλογική περιουσία και οι δημόσιες υποχρεώσεις να μην ελέγχονται μόνο από όσους τις διαχειρίζονται.
Το εμείς αποκτά τότε περιεχόμενο. Μπορεί να είναι μια κοινότητα που ζητά διαφανή στοιχεία για ένα έργο, ένας σύλλογος γονέων που καταγράφει ένα πρόβλημα σχολείου ή πολίτες που απαιτούν αιτιολογημένη απάντηση για μια υπηρεσία. Ο κοινός σκοπός χρειάζεται συνεργασία και τεκμήρια. Δεν απαιτεί να σιωπήσει όποιος διαφωνεί ούτε να θεωρηθεί εχθρός όποιος ζητά επαλήθευση μιας κατηγορίας που οι υπόλοιποι θέλουν να πιστέψουν.
Αυτό είναι και ένα δύσκολο πατριωτικό κριτήριο. Η αγάπη για την Ελλάδα δεν εξαντλείται στην υπεράσπιση μιας ένδοξης εικόνας. Περιλαμβάνει την αντοχή να διαβάζουμε τις εσωτερικές συγκρούσεις, τις αδικίες και τις προσωπικές αντιφάσεις των ανθρώπων που τη διαμόρφωσαν. Μια ιστορία που δεν αντέχει έλεγχο γίνεται εύκολα εργαλείο εξουσίας. Μια ιστορική συνείδηση που αναζητεί πηγές μπορεί να διατηρεί και τον θαυμασμό και την ελευθερία της κρίσης.
Ο Μακρυγιάννης άφησε πολεμική δράση, σωματικές πληγές, πολιτικές διεκδικήσεις και ένα κείμενο που εξακολουθεί να αντιστέκεται στη βολική ανάγνωση. Το πιο απαιτητικό μέρος της παρακαταθήκης του δεν είναι να επαναλάβουμε μια φράση του. Είναι να δεχθούμε την πρόσκληση να ερευνήσουμε, ακόμη και όταν η έρευνα δυσκολεύει την εικόνα που αγαπάμε. Θα τον τιμήσουμε ως ακίνητο σύμβολο ή ως αφορμή να ζητάμε στοιχεία, ευθύνη και δικαιοσύνη και από τους δικούς μας; Τα δικά σας συμπεράσματα.
Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.






