Μονογονεϊκές οικογένειες: το 57,5% στην Ελλάδα καθυστερεί βασικές πληρωμές
Η Ελλάδα εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση για μονογονεϊκά νοικοκυριά που μένουν πίσω σε βασικές πληρωμές. Πίσω από τον δείκτη βρίσκεται ένας γονιός που καλείται να φροντίζει, να εργάζεται και να απορροφά μόνος κάθε οικονομικό σοκ.

Μονογονεϊκές οικογένειες Ελλάδα: Το 57,5% των ανθρώπων που ζούσαν σε μονογονεϊκά νοικοκυριά στην Ελλάδα είχε το 2024 καθυστερήσεις σε στεγαστικό δάνειο ή ενοίκιο, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας ή δόσεις αγοράς, σύμφωνα με τη Eurostat. Είναι το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση και υπερβαίνει τόσο τον ευρωπαϊκό μέσο όρο για τις μονογονεϊκές οικογένειες, 17,2%, όσο και το ήδη βαρύ 42,8% για το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού. Ο αριθμός περιγράφει κάτι πιο σκληρό από μια καθυστερημένη οφειλή. Σε ένα σπίτι με έναν ενήλικο, το ίδιο πρόσωπο πρέπει να εξασφαλίζει εισόδημα, να φροντίζει τα παιδιά, να αντιμετωπίζει μια ασθένεια και να καλύπτει κάθε έκτακτη ανάγκη χωρίς δεύτερο μισθό ή δεύτερο διαθέσιμο χρόνο. Όταν η πολιτική βλέπει μόνο τον τύπο του νοικοκυριού και όχι το συσσωρευμένο φορτίο, η φτώχεια γίνεται σχεδόν προγραμματισμένη.
Μονογονεϊκές οικογένειες Ελλάδα: Τι μετρά το 57,5% και γιατί δεν πρέπει να διαβαστεί πρόχειρα
Ο ευρωπαϊκός δείκτης περιλαμβάνει καθυστερήσεις σε στεγαστικό δάνειο ή ενοίκιο, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας και δόσεις αγοράς. Δεν περιλαμβάνει πιστωτικές κάρτες, υπεραναλήψεις ή άτυπα δάνεια. Επομένως το 57,5% δεν σημαίνει ότι όλες οι οικογένειες χρωστούν παντού. Σημαίνει ότι περισσότεροι από τους μισούς ανθρώπους σε αυτή την κατηγορία νοικοκυριού δεν κατάφεραν να τηρήσουν εγκαίρως τουλάχιστον μία βασική υποχρέωση.
Για τον συνολικό ελληνικό πληθυσμό ο ίδιος ευρύς δείκτης ήταν 42,8%, επίσης ο υψηλότερος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στις καθυστερήσεις μόνο για στεγαστικό ή ενοίκιο η Ελλάδα κατέγραψε 10,4%. Το πρόβλημα είναι λοιπόν γενικό, αλλά γίνεται βαθύτερο όταν υπάρχει ένας μόνο ενήλικος με εξαρτώμενα παιδιά. Η διαφορά των 14,7 ποσοστιαίων μονάδων δείχνει το πρόσθετο ρίσκο της οικογενειακής δομής.
Η επίσημη στατιστική δεν αποκαλύπτει ποιος λογαριασμός έμεινε πίσω ούτε για πόσο. Δεν μετρά επίσης τη βοήθεια από παππούδες, συγγενείς ή φίλους, που συχνά κρατά ένα σπίτι όρθιο χωρίς να εμφανίζεται ως δημόσια κοινωνική δαπάνη. Αυτό είναι όριο των δεδομένων, όχι λόγος να αγνοηθεί η προειδοποίηση.
Όταν ένας γονιός χάσει μία βάρδια, δεν χάνεται μόνο εισόδημα. Μπορεί να χαθεί ταυτόχρονα η φροντίδα, η μετακίνηση και η δυνατότητα πληρωμής του σπιτιού.
Λίγα νοικοκυριά στη μέτρηση, μεγάλη ευαλωτότητα στην πραγματικότητα
Η Eurostat κατέγραψε το 2025 περίπου 6,1 εκατομμύρια οικογένειες με έναν ενήλικο και παιδιά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ποσοστό 12,9% των νοικοκυριών με παιδιά. Στην Ελλάδα η καταγεγραμμένη αναλογία ήταν 3,8%, η δεύτερη χαμηλότερη μετά τη Σλοβακία. Το χαμηλό ποσοστό δεν ακυρώνει το πρόβλημα. Αντίθετα συνυπάρχει με την υψηλότερη οικονομική αδυναμία.
Υπάρχει και μεθοδολογική εξήγηση. Η έρευνα εργατικού δυναμικού μετρά τη σύνθεση του νοικοκυριού, όχι κάθε νομική ή κοινωνική μορφή μονογονεϊκότητας. Ένας γονιός που ζει με τους δικούς του γονείς ή με άλλο ενήλικο συγγενή μπορεί να μη φαίνεται ως νοικοκυριό ενός ενήλικα, παρότι σηκώνει μόνος τη γονική ευθύνη. Δεν πρέπει λοιπόν να μετατρέπεται το 3,8% σε ισχυρισμό ότι η μονογονεϊκότητα είναι σπάνια.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το 81,6% των οικογενειών ενός ενηλίκου με παιδιά είχε επικεφαλής γυναίκα. Η ανισότητα συνδέεται με χαμηλότερους μισθούς, διακοπές εργασίας για φροντίδα και δυσκολία να δεχθεί κάποιος βάρδιες όταν δεν υπάρχει δεύτερος γονιός. Το πρόβλημα δεν είναι η ικανότητα των γυναικών να κρατήσουν μια οικογένεια. Είναι ότι το σύστημα θεωρεί τη δωρεάν φροντίδα ανεξάντλητη.

Πώς η στέγη, η εργασία και η φροντίδα πολλαπλασιάζουν το κόστος
Το ενοίκιο δεν μειώνεται επειδή υπάρχει ένας μισθός. Ο παιδικός σταθμός, η θέρμανση, το ρεύμα και η μετακίνηση έχουν ένα ελάχιστο κόστος που δεν μοιράζεται. Η παιδική στέρηση στην Ελλάδα δείχνει ότι η έλλειψη βασικών αγαθών και ο υπερπληθυσμός δεν είναι αφηρημένες έννοιες. Για ένα μονογονεϊκό σπίτι, κάθε αύξηση της στέγης εισχωρεί απευθείας στο φαγητό, στο σχολείο και στην υγεία.
Η εργασία δεν αρκεί πάντα ως ασπίδα. Αν το ωράριο δεν συμπίπτει με σχολείο και δομές φροντίδας, ο γονιός περιορίζεται σε θέσεις χαμηλότερης αμοιβής ή απορρίπτει ώρες που δεν μπορεί να καλύψει. Η Ελλάδα ήδη έχει τις περισσότερες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως δείχνει η έρευνα για τις 39,6 ώρες και την εξάντληση. Για έναν μόνο γονιό, η μεγαλύτερη διάρκεια μπορεί να λειτουργήσει ως αποκλεισμός.
Οι συνέπειες περνούν στα παιδιά χωρίς να φταίνε. Μια απλή ίωση μπορεί να σημαίνει απουσία από τη δουλειά. Μια αύξηση ενοικίου μπορεί να σημαίνει αλλαγή σχολείου. Μια καθυστέρηση διατροφής από τον άλλο γονέα μπορεί να δημιουργήσει άμεσο κενό. Η φωνή του πολίτη εδώ δεν είναι μία δραματική μαρτυρία που επιλέγεται για εντύπωση. Είναι η επαναλαμβανόμενη εμπειρία ότι κάθε μέρα απαιτεί επιλογή ανάμεσα σε ανάγκες που όλες είναι πραγματικές.
Τι θα σήμαινε ουσιαστική δημόσια στήριξη
Η πρώτη ανάγκη είναι σταθερή, προσιτή φροντίδα με ωράριο που να καλύπτει την πραγματική εργασία, όχι μόνο το τυπικό πρωινό. Χρειάζονται εγγυημένες θέσεις σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, ολοήμερα σχολεία που λειτουργούν με επάρκεια προσωπικού και υπηρεσίες για ασθένεια ή έκτακτη ανάγκη. Χωρίς αυτές, ένα επίδομα μπορεί να πληρώνει μέρος του λογαριασμού αλλά δεν δημιουργεί τον χρόνο που λείπει.
Η δεύτερη ανάγκη είναι στέγη και εισόδημα σχεδιασμένα για το πραγματικό νοικοκυριό. Προτεραιότητα σε κοινωνική κατοικία, προστασία από ενεργειακή αποσύνδεση, φορολογική πίστωση που επιστρέφεται ακόμη και σε χαμηλό εισόδημα και αποτελεσματική είσπραξη της νόμιμης διατροφής μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο. Τα κριτήρια πρέπει να αποφεύγουν τον γκρεμό όπου λίγα επιπλέον ευρώ εισοδήματος κόβουν πολύ μεγαλύτερη βοήθεια.
Η τρίτη ανάγκη είναι λογοδοσία με ξεχωριστά στοιχεία για φύλο, αριθμό παιδιών, εργασία, στέγη και περιφέρεια. Το 57,5% είναι καμπανάκι, όχι πλήρης διάγνωση. Αν μια κοινωνία ζητά από έναν γονιό να κάνει τη δουλειά δύο ανθρώπων, δεν οφείλει τουλάχιστον να εξασφαλίσει ότι τα παιδιά δεν θα πληρώνουν το κόστος αυτής της μοναξιάς; Τα δικά σας συμπεράσματα.
Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.






