Αλέξανδρος Υψηλάντης: πέρασε τον Προύθο, έχασε το Δραγατσάνι και πλήρωσε το τίμημα
Πέρασε τον Προύθο πιστεύοντας ότι άνοιγε δρόμο στην ελευθερία. Η Ρωσία δεν επενέβη, ο Ιερός Λόχος θυσιάστηκε στο Δραγατσάνι και ο ίδιος πέρασε χρόνια σε αυστριακή φυλακή. Το σπουδαίο παράδειγμα δεν χρειάζεται να κρύψει την ήττα.

Αλέξανδρος Υψηλάντης: Το απόγευμα της 22ας Φεβρουαρίου 1821, ένας Έλληνας αξιωματικός του ρωσικού στρατού πέρασε τον ποταμό Προύθο και βρέθηκε σε έδαφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης δεν οδηγούσε έναν έτοιμο εθνικό στρατό ούτε είχε εξασφαλίσει στρατιωτική βοήθεια από τον τσάρο. Οδηγούσε μια απόφαση που μπορούσε να ανοίξει την Επανάσταση ή να παρασύρει στην καταστροφή ανθρώπους που τον πίστεψαν. Λίγους μήνες αργότερα, μετά τη θυσία του Ιερού Λόχου στο Δραγατσάνι, ο ίδιος θα περνούσε από τα πεδία του αγώνα στις αυστριακές φυλακές. Θυμόμαστε συνήθως τον Προύθο σαν ωραία εικόνα και το «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» σαν ακίνητη σχολική φράση. Χάνουμε έτσι τον άνθρωπο που ανέλαβε τεράστιο ρίσκο, έκανε πολιτικούς υπολογισμούς που δεν επαληθεύτηκαν, έχασε συνεργάτες και άντεξε χρόνια αιχμαλωσίας. Γράφουμε τώρα για τον Υψηλάντη επειδή η Επανάσταση του 1821 δεν είναι μόνο αλυσίδα νικών: είναι απόφαση κοινής δράσης, διάψευση προσδοκιών και ευθύνη απέναντι στους πεσόντες. Το ιστορικό ερώτημα είναι πώς θαυμάζουμε το θάρρος χωρίς να σβήνουμε τα λάθη και το πραγματικό κόστος.
Αλέξανδρος Υψηλάντης: Από την εξορία στην αρχηγία: τι έφερε έναν αξιωματικό στην επαναστατική απόφαση
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1792 σε οικογένεια με θέση και διασυνδέσεις στον φαναριώτικο κόσμο. Η μετακίνησή του στη Ρωσία δεν ήταν μια ρομαντική περιπέτεια αλλά μέρος μιας ζωής μέσα σε αυτοκρατορίες, διπλωματία και πολέμους. Υπηρέτησε ως αξιωματικός του ρωσικού στρατού και απέκτησε πολεμική εμπειρία στους ναπολεόντειους αγώνες. Το στοιχείο αυτό εξηγεί γιατί οι Φιλικοί μπορούσαν να δουν σε αυτόν κάτι που τους έλειπε: πρόσωπο με στρατιωτική γνώση, κοινωνικό κύρος και δυνατότητα να εμπνεύσει ομογενείς εκτός του ελληνικού χώρου. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι η ρωσική κυβέρνηση θα ακολουθούσε την επιλογή του.
Η κοινωνική του θέση είναι μέρος του παραδόξου, όχι ντροπή που πρέπει να κρυφτεί για να ταιριάξει στην εικόνα ενός επαναστάτη. Ένας γόνος με διεθνείς επαφές μπορούσε να ανοίξει πόρτες, να υπογράψει κείμενα που θα έπαιρναν δημοσιότητα και να δώσει κύρος σε ένα μυστικό δίκτυο. Ταυτόχρονα, αυτή η θέση μπορούσε να δυσκολέψει την εμπιστοσύνη αγροτικών πληθυσμών στις Ηγεμονίες που είχαν άλλο παράπονο από την οθωμανική και φαναριώτικη διοίκηση. Η ηγεσία του ήταν δύναμη για τη Φιλική Εταιρεία και περιορισμός στην προσπάθεια ευρύτερης κοινωνικής συμμαχίας. Αυτό είναι ιστορική ερμηνεία πάνω στις τεκμηριωμένες αντιδράσεις των τοπικών πληθυσμών, όχι διάγνωση των προσωπικών του προθέσεων.
Το επαναστατικό κέντρο δεν αποτελούταν από ανθρώπους που είχαν ζήσει όμοια ζωή. Έμποροι της διασποράς έφερναν πόρους και δίκτυα, κληρικοί και λόγιοι γλώσσα κινητοποίησης, αξιωματικοί εμπειρία οργάνωσης, οπλοφόροι γνώση του εδάφους. Ο Υψηλάντης κλήθηκε να κρατήσει αυτά τα διαφορετικά υλικά μαζί. Η πορεία του 1820 και του 1821 δείχνει πόσο δύσκολο ήταν: άλλο η μυστική συμφωνία για την ανάγκη ελευθερίας και άλλο η συμφωνία για ημερομηνία, στρατό, πειθαρχία και πολιτική μορφή της επόμενης ημέρας. Η σημασία του δεν βρίσκεται σε μια υπεράνθρωπη ικανότητα ενοποίησης, αλλά στην απόφαση να αναλάβει την ευθύνη όταν η ενότητα ήταν ακόμη ζητούμενο.
Η Φιλική Εταιρεία είχε δημιουργηθεί το 1814 στην Οδησσό, οργανώνοντας ένα επαναστατικό δίκτυο σε μεγάλο μέρος του ελληνόφωνου κόσμου. Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο εξηγεί ότι η προετοιμασία συνδέθηκε με εμπορικά δίκτυα, λόγιους, σχολεία και τις αναταράξεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ηγεσία της Εταιρείας προσφέρθηκε στον Υψηλάντη. Ήταν επιλογή ανθρώπων που έπρεπε να συντονίσουν τόπους μακρινούς μεταξύ τους και ανθρώπους με διαφορετικά συμφέροντα. Η ενότητα δεν ήταν έτοιμο συναίσθημα· χρειαζόταν μυστικότητα, πόρους, κοινή ώρα δράσης και εμπιστοσύνη.
Οι Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, η Μολδαβία και η Βλαχία, επιλέχθηκαν ως αρχικό πεδίο. Ήταν περιοχές της οθωμανικής επικυριαρχίας με ειδικό καθεστώς και γεωπολιτική εγγύτητα προς τη Ρωσία. Η ηγεσία των Φιλικών προσδοκούσε ότι η κίνηση θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερη βαλκανική κινητοποίηση ή να τραβήξει την προσοχή και ενδεχομένως τη βοήθεια της Ρωσίας. Η προσδοκία δεν είναι ίδιο πράγμα με διπλωματική εγγύηση. Ακριβώς σε αυτό το κενό ανάμεσα στην ελπίδα και στην ισχύ γεννήθηκε το δραματικό βάρος της εκστρατείας.
Η οικογενειακή θέση του Υψηλάντη μπορούσε να τον προστατεύσει αν έμενε εντός της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας. Δεν τον προστάτευσε μετά την επαναστατική επιλογή. Ένας άνθρωπος που είχε πρόσβαση σε υψηλά αξιώματα έδεσε τη φήμη του με μια υπόθεση που δεν είχε ακόμη κράτος, τακτικό στρατό ή βέβαιο σύμμαχο. Αυτό είναι η τεκμηριωμένη μορφή της προσωπικής του θυσίας. Δεν χρειάζεται να του αποδώσουμε υπεράνθρωπη προαίσθηση της επιτυχίας. Δεν γνώριζε την έκβαση και η ίδια η πορεία αποδεικνύει ότι πολλοί υπολογισμοί θα διαψεύδονταν.
Μεταγενέστερο πορτρέτο του Αλέξανδρου Υψηλάντη, έργο του Διονυσίου Τσόκου (1853). Δεν είναι φωτογραφία ή βεβαιωμένη αποτύπωση της όψης του.

Η διάβαση, η προκήρυξη και οι άνθρωποι που ακολούθησαν
Η απόφαση του 1821 δεν γεννήθηκε σε μια μόνο νύχτα. Το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού καταγράφει ότι το σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας άλλαξε πολλές φορές μέσα στο 1820, καθώς η επέκταση του δικτύου και συλλήψεις μελών έκαναν τη μυστικότητα όλο και πιο δύσκολη. Τον Οκτώβριο του 1820, στο Ισμαήλ της Βεσσαραβίας, ο Υψηλάντης συζήτησε με τον Εμμανουήλ Ξάνθο, τον Χριστόφορο Περραιβό και τον Γρηγόριο Δικαίο, τον Παπαφλέσσα, χρόνο και τόπο της εξέγερσης. Δεν υπήρχε λοιπόν μονοπρόσωπο σχέδιο ενός αρχηγού. Υπήρχε δίκτυο που προσπαθούσε να συντονίσει μακρινούς ανθρώπους πριν ο αντίπαλος προλάβει να το διαλύσει.
Το αρχικό σχέδιο του Ισμαήλ προέβλεπε κύρια έκρηξη στην Πελοπόννησο στα τέλη του 1820, με τον Υψηλάντη να φτάνει εκεί μέσω Τεργέστης, και κίνηση λίγο νωρίτερα στις Ηγεμονίες ως αντιπερισπασμό. Έπειτα μετατέθηκε για την άνοιξη. Σε επόμενη μορφή του, ο Υψηλάντης θα άρχιζε από τη Μολδαβία και τη Βλαχία και θα διέσχιζε τα Βαλκάνια προς την Πελοπόννησο. Αυτές οι μεταβολές, όπως τις περιγράφει το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, δείχνουν πόσο επισφαλής ήταν η οργάνωση. Αποφάσεις που συχνά παρουσιάζονται σήμερα σαν ευθύγραμμη πορεία προς την ανεξαρτησία ήταν τότε διαδοχικές διορθώσεις ενός σχεδίου υπό πίεση.
Οι Ηγεμονίες δεν επιλέχθηκαν τυχαία ούτε επειδή είχαν μεγάλο ελληνικό αγροτικό πληθυσμό. Είχαν ειδικό καθεστώς: διοικούνταν από Φαναριώτες ηγεμόνες και η παρουσία οθωμανικού στρατού συνδεόταν με ρωσική συναίνεση. Οι επαναστάτες υπολόγιζαν ότι η γειτνίαση με τη Ρωσία θα εμπόδιζε μια άμεση μεγάλη επέμβαση των οθωμανικών δυνάμεων. Ο ηγεμόνας της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσος είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία. Ο Γεωργάκης Ολύμπιος και ο Ιωάννης Φαρμάκης είχαν ένοπλη παρουσία στη Βλαχία. Αυτά ήταν πραγματικά ερείσματα. Η μετατροπή τους σε βεβαιότητα ρωσικής βοήθειας ήταν ο επικίνδυνος υπερυπολογισμός.
Το ίδιο σχέδιο περίμενε ευρύτερη βαλκανική κινητοποίηση, ενδεχομένως των Σέρβων, και αναταραχή στην Κωνσταντινούπολη. Καμία προσδοκία δεν ήταν υπογεγραμμένη συμφωνία. Όταν οι δημόσιες αφηγήσεις μετατρέπουν τις ελπίδες των Φιλικών σε «μυστική συμμαχία» που δήθεν υπήρχε και προδόθηκε, αφαιρούν το ουσιαστικό δίδαγμα της ιστορίας: άνθρωποι έδρασαν με ατελή γνώση, μέσα σε αυτοκρατορική διπλωματία που δεν έλεγχαν. Ο πατριωτισμός τους ήταν πραγματικός. Η ικανότητα να προβλέψουν κάθε αντίδραση δεν ήταν. Το να διακρίνουμε αυτά τα δύο κάνει πιο σοβαρό, όχι μικρότερο, το προσωπικό τους ρίσκο.
Στα μέσα Φεβρουαρίου, στο Κισινάου, οι Φιλικοί είχαν σχεδιάσει το δημόσιο σήμα για τις 27 Φεβρουαρίου, την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Ο Υψηλάντης όμως πέρασε τον Προύθο στις 22 Φεβρουαρίου με συνοδεία μόλις πέντε ανθρώπων, όπως σημειώνει το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Ο μικρός αριθμός έχει μεγαλύτερη αφηγηματική δύναμη από κάθε επινοημένη σκηνή. Πίσω από τον αξιωματικό υπήρχαν προσδοκίες διάσπαρτων οργανώσεων, αλλά δίπλα του εκείνη τη στιγμή δεν περνούσε ποταμό ένας έτοιμος εθνικός στρατός. Το στρατιωτικό σώμα θα έπρεπε να συγκροτηθεί κατά τη διαδρομή.
Στο Ιάσιο βρήκε τη φρουρά του Σούτσου. Ακολούθησε η προκήρυξη στις 24 Φεβρουαρίου και, δύο ημέρες αργότερα, τελετή ευλογίας της επαναστατικής σημαίας. Ο ιστορικός κόμβος του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού περιγράφει τον φοίνικα και τη φράση για αναγέννηση από τις στάχτες στη μία όψη, τον σταυρό και μορφές του Βυζαντίου στην άλλη. Η εικονογραφία συνέδεε αρχαίες, χριστιανικές και νεότερες προσδοκίες. Δεν ήταν απόδειξη ότι ο Θεός είχε εξασφαλίσει νίκη. Ήταν πολιτικό και θρησκευτικό σύμβολο που έδινε γλώσσα σε ανθρώπους από διαφορετικές παροικίες.
Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο τοποθετεί τη διάβαση του Προύθου το απόγευμα της 22ας Φεβρουαρίου 1821. Αναφέρει ότι ο Υψηλάντης φορούσε στολή Ρώσου αξιωματικού. Αυτή η εικόνα συχνά μετατρέπεται σε υπονοούμενο περί επίσημης ρωσικής εκστρατείας. Η στολή είναι ιστορικό στοιχείο· η ρωσική κρατική εντολή δεν τεκμηριώνεται από αυτή. Στο Ιάσιο τον περίμεναν άνθρωποι που είχαν επενδύσει την ασφάλεια και το μέλλον τους στο εγχείρημα. Ο τοπικός ηγεμόνας Μιχαήλ Σούτσος και η συνοδεία του αναφέρονται σε αναφορά της Βουλής για την επέτειο.
Στις 24 Φεβρουαρίου δημοσίευσε στο Ιάσιο την προκήρυξη «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος». Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο παραθέτει το κείμενο. Δεν είναι μεταγενέστερη τηλεοπτική ρήση, αλλά σωζόμενο κείμενο πολιτικής κινητοποίησης. Περιέχει επίκληση στην ελληνική ιστορία και κάλεσμα σε συντονισμένη δράση. Η αναφορά του σε αρχαία πρότυπα δεν σημαίνει ότι οι αντίπαλοι ή οι σύμμαχοι του 1821 ήταν ίδιοι με εκείνους της αρχαιότητας. Ήταν γλώσσα νομιμοποίησης ενός νέου εθνικού αγώνα και πρέπει να διαβαστεί μέσα στην εποχή της.
Στην ίδια προκήρυξη υπάρχει και μια πλευρά που συχνά περνά απαρατήρητη: η πρόβλεψη ότι το έθνος, αφού συγκεντρωθεί, θα εκλέξει δημογέροντες και ότι μια ανώτατη Βουλή θα ελέγχει τις πράξεις του. Η ανάγνωση αυτή, όπως την παρουσίασε ο καθηγητής Άγγελος Συρίγος στη Βουλή το 2021, θυμίζει ότι η επανάσταση δεν ήταν μόνο πολεμική εκδίωξη· αφορούσε και τη μορφή της μελλοντικής πολιτικής εξουσίας. Ο παραλληλισμός με τη σημερινή Βουλή είναι ερμηνεία ομιλητή του 2021, όχι απόδειξη ότι όλες οι σημερινές δημοκρατικές δομές ήταν ήδη σχεδιασμένες το 1821.
Την 1η Μαρτίου ο Υψηλάντης έφυγε από το Ιάσιο. Πέρασε τη Μολδαβία και πλησίασε το Βουκουρέστι προς το τέλος του μήνα, όπου δρούσαν ήδη δυνάμεις του Ολύμπιου. Οι μικρές οθωμανικές φρουρές δεν μπόρεσαν αρχικά να σταματήσουν την προέλαση. Η επιφανειακή εικόνα μιας εύκολης πορείας έκρυβε σοβαρό πρόβλημα: πολλοί εθελοντές δεν είχαν όπλα ή επαρκή εξοπλισμό, ο στρατός σχηματιζόταν καθ' οδόν, ενώ τα οικονομικά και η πειθαρχία εξαρτιόνταν από αβέβαιη υποστήριξη. Η επιτυχία μιας κίνησης στον χάρτη δεν σημαίνει ότι έχει συγκροτηθεί δύναμη ικανή να αντέξει την πρώτη οργανωμένη αντίδραση.
Η δυσκολία δεν προερχόταν μόνο από τον εχθρό. Το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού καταγράφει ότι τμήματα του στρατού λεηλατούσαν και ότι μεγάλο μέρος του τοπικού πληθυσμού αντιμετώπιζε την κίνηση με εχθρότητα ή καχυποψία. Έλληνες κάτοικοι των πόλεων δίσταζαν επίσης να προσφέρουν ουσιαστική υποστήριξη. Αυτά τα στοιχεία πρέπει να ειπωθούν καθαρά. Η υπεράσπιση της ελευθερίας δεν απαλλάσσει μια επαναστατική δύναμη από τις συνέπειες πράξεων σε βάρος αμάχων. Όταν η πειθαρχία χάνεται, το κίνημα αποξενώνει ακριβώς εκείνους που είχε ανάγκη να πείσει. Η ιστορική μνήμη που το αποκρύπτει χάνει τη δυνατότητα να διδαχθεί.
Στην ίδια περιοχή δρούσε ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου, αρχηγός κινήματος με ισχυρή αγροτική βάση στη Βλαχία. Οι Φιλικοί ήλπιζαν σε κοινό μέτωπο, αλλά οι επιδιώξεις τους δεν ταυτίζονταν. Το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού αναφέρει ότι ο Βλαντιμιρέσκου διαπραγματευόταν και με τους Οθωμανούς, συνελήφθη από τη Φιλική Εταιρεία και εκτελέστηκε. Είναι μια σκοτεινή πλευρά που δεν χωρά σε αφίσα περί «ένωσης». Η συμμαχία δεν επιβάλλεται με σύνθημα όταν διαφορετικά κοινωνικά κινήματα έχουν διαφορετικούς στόχους. Η εκτέλεση ενός πιθανού συμμάχου ήταν και πολιτικό πλήγμα για το εγχείρημα.
Την ίδια ώρα ο τσάρος καταδίκασε την εξέγερση και επέτρεψε τελικά την είσοδο οθωμανικού στρατού στις Ηγεμονίες. Η καταδίκη ήταν καταλυτική επειδή κατέρρευσε η πιο ελπιδοφόρα εξωτερική υπόθεση του σχεδίου. Ακολούθησαν αποστασιοποιήσεις τοπικών αρχόντων· ο Σούτσος και άλλοι αναζήτησαν ασφάλεια στη γειτονική Βεσσαραβία. Στη δημόσια μνήμη μένει συχνά μόνο η προσωπική «εγκατάλειψη» του Υψηλάντη. Η πραγματικότητα είναι πολιτική: οι ισορροπίες ισχύος άλλαξαν και μαζί τους άλλαξε η συμπεριφορά ανθρώπων που είχαν ρισκάρει όσο θεωρούσαν πιθανή μια ρωσική κάλυψη. Η ηγεσία δοκιμάστηκε ακριβώς όταν εξαφανίστηκε αυτή η προσδοκία.
Η προκήρυξη είναι πραγματικό ιστορικό κείμενο και ο Λασσάνης πραγματικός συμμετέχων, αλλά κανένα τεκμήριο δεν εξαντλεί την οπτική όλων. Ο λόγος του Υψηλάντη γράφτηκε για να κινητοποιήσει, όχι για να αποκαλύψει κάθε αμφιβολία του. Η μεταγενέστερη μαρτυρία ενός συνεργάτη μεταφέρει εμπειρία, αλλά και μνήμη διαμορφωμένη από τη διάψευση του εγχειρήματος. Αυτή η διάκριση δίνει στον αναγνώστη ένα εργαλείο πέρα από την ίδια την ιστορία: να ρωτά πάντοτε πότε γράφτηκε μια πηγή, για ποιο κοινό και με ποια γνώση του αποτελέσματος. Η αγάπη για τους ήρωες δεν απαιτεί να διαβάζουμε τις πηγές τους χωρίς ερωτήσεις.
Ο Υψηλάντης προσπαθούσε να συγκροτήσει δυνάμεις από ανθρώπους με διαφορετική εμπειρία: αξιωματικούς, οπλοφόρους, φοιτητές, εθελοντές. Ο Ιερός Λόχος έγινε το πιο συγκινητικό τμήμα αυτής της προσπάθειας, αλλά η εκστρατεία δεν περιορίστηκε σε αυτόν. Ο Γεώργιος Λασσάνης, συνεργάτης του Υψηλάντη, βρέθηκε στον αγώνα και αργότερα στην ίδια αυστριακή αιχμαλωσία. Η Βιβλιοθήκη της Βουλής έχει εκδώσει κείμενά του και σημειώνει ότι πρόκειται για μαρτυρία συμμετέχοντος, γραμμένη μετά τα γεγονότα. Αυτή η χρονική απόσταση έχει σημασία: ούτε ο αυτόπτης είναι αλάθητος ούτε ο μεταγενέστερος θρύλος ίσης αξίας με το αρχειακό τεκμήριο.
Η οικοδόμηση ένοπλης δύναμης σε ξένο έδαφος απαιτούσε τρόφιμα, χρήματα, πειθαρχία και αληθινή πολιτική στήριξη. Η ενότητα δυσκόλεψε όταν οι προτεραιότητες των τοπικών ηγετών και των Ελλήνων Φιλικών δεν ταυτίστηκαν. Η Ρωσία δεν έστειλε τον στρατό που πολλοί περίμεναν. Η απουσία της δεν αποδεικνύει ότι ο Υψηλάντης είχε εξαπατήσει συνειδητά τους μαχητές του· αποκαλύπτει την επικινδυνότητα μιας στρατηγικής που στηριζόταν σε πιθανή ξένη επέμβαση. Η διάκριση ανάμεσα στο σχέδιο, στην ελπίδα και στην πραγματική δέσμευση είναι ίσως το πιο σύγχρονο μάθημα της εκστρατείας.

Δραγατσάνι: η μάχη που έγινε σύμβολο επειδή ήταν ήττα
Πριν από το Δραγατσάνι υπήρξε το Γαλάτσι. Σύμφωνα με το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, στις 30 Απριλίου 1821 οι οθωμανικές δυνάμεις επιτέθηκαν στην πόλη, την οποία υπερασπιζόταν ο Αθανάσιος Καρπενησιώτης. Η αντίσταση ήταν σκληρή, η πόλη όμως καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε, ενώ ακολούθησε σφαγή κατοίκων. Οι επιζώντες επαναστάτες διέφυγαν προς τη ρωσική επικράτεια. Δεν ήταν μάχη όπου ο Υψηλάντης πολέμησε προσωπικά στην πρώτη γραμμή· ήταν απώλεια της δικής του ευρύτερης εκστρατείας, με κόστος και για αμάχους. Η εξέγερση είχε μετατραπεί από υπόσχεση ενίσχυσης σε αγώνα επιβίωσης.
Την ίδια περίοδο πλήθαιναν οι διαφωνίες ανάμεσα στους επαναστάτες, οι αψιμαχίες για την ηγεσία και οι λιποταξίες. Ο Υψηλάντης προσπάθησε να συγκεντρώσει ό,τι είχε απομείνει γύρω από το Δραγατσάνι για μια επιθετική κίνηση που θα άλλαζε την εικόνα. Αυτός ο σχεδιασμός δεν πρέπει να παραβλεφθεί όταν αποτιμούμε την ευθύνη του. Δεν έμεινε αδρανής θεατής της κατάρρευσης, αλλά αναζήτησε μια μάχη ανατροπής σε στιγμή όπου ο στρατός είχε ελλείψεις και χαμηλή συνοχή. Το αν η επιλογή μπορούσε πράγματι να πετύχει είναι ερώτημα στρατιωτικής ιστορίας· το ότι η ανάγκη για επιτυχία ήταν πιεστική επιβεβαιώνεται από την πορεία των γεγονότων.
Ο Ιερός Λόχος είχε συγκροτηθεί από νεαρούς εθελοντές ελληνικών παροικιών, μεταξύ των οποίων σπουδαστές από την Οδησσό. Δεν ήταν άθροισμα μυθικών, αήττητων πολεμιστών. Η αφοσίωσή τους ήταν μεγάλη και η στρατιωτική τους εμπειρία περιορισμένη, σημειώνει το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Αυτή η αντίθεση εξηγεί γιατί η μάχη συγκινεί τόσο: οι νέοι μπήκαν σε σύγκρουση με έτοιμες οθωμανικές δυνάμεις χωρίς να διαθέτουν την πείρα που θα μείωνε το ρίσκο τους. Η τιμή τους δεν απαιτεί να κρύψουμε την αδυναμία εξοπλισμού και συντονισμού που όφειλαν να αντιμετωπίσουν οι ηγέτες.
Η μάχη άρχισε πρόωρα, με πρωτοβουλία ενός αξιωματικού ενώ οι υπόλοιπες μονάδες δεν είχαν ακόμη λάβει τις θέσεις του σχεδίου. Αυτή είναι η βασική ακολουθία που δίνει το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Η σύγχυση άφησε τον Ιερό Λόχο εκτεθειμένο και η ήττα προκάλεσε πανικό και άτακτη υποχώρηση. Δεν χρειάζεται να επινοηθεί μυστικός προδότης για να αποκτήσει η σκηνή αγωνία. Η αγωνία βρίσκεται στη χαμένη ώρα της συνεννόησης: μια δύναμη εθελοντών στάθηκε εκεί που έπρεπε να σταθεί ολόκληρο σχέδιο, ενώ το σχέδιο δεν είχε προλάβει να συγκροτηθεί.
Στις πηγές θα βρείτε τη μάχη να χρονολογείται 7 ή 19 Ιουνίου. Δεν πρόκειται κατ' ανάγκην για δύο διαφορετικές μάχες, αλλά για απόδοση της ημερομηνίας με το παλαιό και το νέο ημερολόγιο που διαφέρουν κατά δώδεκα ημέρες στον 19ο αιώνα. Για τον αναγνώστη αυτό είναι μικρή αλλά ουσιαστική ιστορική διευκρίνιση. Η ακρίβεια δεν υπηρετεί μόνο τους ειδικούς· εμποδίζει την εύκολη κατασκευή «αντιφάσεων» από ανθρώπους που βρίσκουν δύο αριθμούς και υποθέτουν ότι κάποια πηγή αποκρύπτει γεγονός. Η βασική έκβαση, η βαριά ήττα του Ιερού Λόχου, δεν αμφισβητείται από τη διπλή χρονολόγηση.
Το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού σημειώνει ακόμη ότι ο Υψηλάντης δεν πρόλαβε να φτάσει ο ίδιος στο πεδίο της τελικής σύγκρουσης. Αυτή η πληροφορία είναι κρίσιμη για δίκαιη αφήγηση. Ο αρχηγός φέρει ευθύνη για την εκστρατεία και τη στρατηγική της, αλλά δεν μπορούμε να του αποδώσουμε προσωπική παρουσία σε μάχη όπου δεν βρισκόταν. Ομοίως, δεν μπορούμε να μετατρέψουμε κάθε σφάλμα ενός υφισταμένου σε σκοτεινή συνωμοσία. Ο ηρωισμός των λοχιτών, το σφάλμα συντονισμού και οι αποφάσεις της ανώτατης ηγεσίας μπορούν να συζητηθούν συγχρόνως χωρίς να ισοπεδώσουμε τα διαφορετικά επίπεδα ευθύνης.
Οι αριθμοί απωλειών εμφανίζονται διαφορετικοί σε μεταγενέστερες καταγραφές. Γι' αυτό δεν αρκεί ένας αριθμός μνημείου ή μιας επετειακής εκδήλωσης για να γίνει ακριβής απογραφή. Η αναφορά του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου περιγράφει περίπου διακόσιους νεκρούς νεαρούς σπουδαστές και σαράντα αιχμαλώτους, αλλά άλλες καταγραφές διαφέρουν. Η ουσία δεν είναι να βρούμε τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό για να συγκινήσουμε. Είναι να αναγνωρίσουμε πως πίσω από κάθε αποδεδειγμένη απώλεια βρισκόταν άνθρωπος που δεν γύρισε, οικογένεια που περίμενε, και ένα επαναστατικό κίνημα που όφειλε να λογοδοτήσει για τους όρους της μάχης.
Η ήττα δεν έσβησε αμέσως όλες τις ένοπλες δυνάμεις. Ο Γεωργάκης Ολύμπιος και ο Ιωάννης Φαρμάκης κινήθηκαν βόρεια, πολεμώντας και υποχωρώντας επί εβδομάδες ώσπου εγκλωβίστηκαν στη μονή Σέκου. Άλλη ομάδα με επικεφαλής τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη διέσχισε τα Βαλκάνια και έφτασε στην Πελοπόννησο τον Αύγουστο με περίπου εκατό από τους αρχικούς διακόσιους πενήντα, σύμφωνα με το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Αυτές οι διαφορετικές πορείες δείχνουν ότι οι άνθρωποι του Υψηλάντη δεν εξαφανίστηκαν από την ιστορία τη στιγμή που ο αρχηγός φυλακίστηκε. Μερικοί συνέχισαν να πολεμούν, άλλοι πέθαναν σε διαφορετικά μέτωπα.
Ο Υψηλάντης ήταν ο αρχηγός της επιχείρησης, όχι ένας μοναχικός πολεμιστής που κέρδισε ή έχασε προσωπικά κάθε συμπλοκή. Οι αποφάσεις των υφισταμένων, η κατάσταση των μονάδων και η αντίδραση των αντιπάλων συνέθεσαν το αποτέλεσμα. Η λέξη «θυσία» έχει νόημα επειδή μιλά για νέους ανθρώπους που στάθηκαν σε έναν αγώνα που πίστεψαν, παρότι δεν υπήρξε νίκη στο πεδίο. Αν την προφέρουμε χωρίς να εξηγήσουμε την ήττα, στερούμε από αυτούς και από τον αναγνώστη το ιστορικό βάθος της επιλογής.
Η διαδρομή της ομάδας του Ολύμπιου και του Φαρμάκη έως τη μονή Σέκου φανερώνει και μια διαφορετική μορφή ηρωισμού από εκείνη της μεγάλης αρχικής κίνησης. Μετά την απώλεια του κεντρικού στρατού, οι μαχητές δεν είχαν μπροστά τους εύκολη νίκη ούτε πολιτική βεβαιότητα. Κινήθηκαν προς τα βόρεια, έδωσαν μάχες και αναζήτησαν πέρασμα για να συνεχίσουν τον αγώνα. Το τέλος τους, που καταγράφει το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, δεν είναι κατόρθωμα του Υψηλάντη που πρέπει να του αποδοθεί προσωπικά. Είναι υπενθύμιση πως μια απόφαση ηγεσίας αφήνει ανθρώπους να παλεύουν με τις συνέπειές της ακόμη κι όταν ο αρχηγός δεν βρίσκεται πια δίπλα τους.
Η αποτυχία των προσδοκιών για γενικευμένη βαλκανική εξέγερση είναι στοιχείο που κάθε πατριωτική αφήγηση οφείλει να αντιμετωπίσει. Η κοινή πίστη δεν ήταν αρκετή για να παρακάμψει διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές επιδιώξεις. Ούτε η ανδρεία αντικατέστησε την οργάνωση. Ο θαυμασμός για τον Υψηλάντη μεγαλώνει, δεν μικραίνει, όταν βλέπουμε ότι η απόφασή του κρίθηκε από πραγματικούς συσχετισμούς και κόστισε ακριβά. Η ηρωική πράξη δεν είναι κατ' ανάγκην αλάνθαστη πράξη.



Επτά χρόνια αιχμαλωσίας, ο θάνατος και το σημερινό χρέος της μνήμης
Μετά την ήττα, ο Υψηλάντης πέρασε προς την αυστριακή επικράτεια. Δεν απέκτησε ασφαλές καταφύγιο: οι αυστριακές αρχές τον κράτησαν σε φυλακές, μεταξύ άλλων στο Μούνκατς και στο Τερεζίν. Ο στενός συνεργάτης του Λασσάνης κρατήθηκε μαζί του. Η έκδοση της Βιβλιοθήκης της Βουλής φωτίζει αυτή την πλευρά με κείμενα γραμμένα από άνθρωπο που βίωσε την αιχμαλωσία. Το τέλος της εκστρατείας δεν σήμαινε για τον αρχηγό απομάκρυνση από έναν αποτυχημένο πόλεμο και επιστροφή στην παλιά του ζωή. Σήμαινε χρόνια απομόνωσης ενώ ο αγώνας στην Ελλάδα συνεχιζόταν χωρίς αυτόν.
Ο Υψηλάντης αποφυλακίστηκε προς το τέλος του 1827 και πέθανε στη Βιέννη στις 31 Ιανουαρίου 1828, λίγο μετά την έξοδό του. Η Βουλή τεκμηριώνει την ημερομηνία και παραπέμπει σε σύγχρονες μαρτυρίες. Μεταγενέστερες αφηγήσεις περιγράφουν βαρύτατα κλονισμένη υγεία και καρδιακή κατάρρευση. Δεν διαθέτουμε ιατρική γνωμάτευση που να επιτρέπει σύγχρονη ακριβή διάγνωση ή να αποδίδει με βεβαιότητα έναν μόνο μηχανισμό στον θάνατο. Είναι ιστορικά λογικό ότι η μακρά φυλάκιση επιβάρυνε την υγεία του, αλλά η φράση αυτή παραμένει εκτίμηση και πρέπει να διατυπώνεται ως τέτοια.
Μια μεταγενέστερη αφήγηση αποδίδει στις τελευταίες του στιγμές προσευχή όταν πληροφορήθηκε εξελίξεις της Επανάστασης. Ακόμη κι όταν εμφανίζεται σε επετειακό λόγο, δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως ηχογραφημένη τελευταία φράση του 1828. Η ιστορία της αιχμαλωσίας και η ημερομηνία θανάτου τεκμηριώνονται καλύτερα από μια δραματική σκηνή που μεταδόθηκε από τη μνήμη. Η αλήθεια είναι ήδη αρκετά δυνατή: ο άνθρωπος που έδωσε το πρώτο μεγάλο σήμα δεν έζησε να συμμετάσχει στη συγκρότηση του ελληνικού κράτους.
Η αποτίμηση της εκστρατείας πρέπει να αντισταθεί σε δύο ευκολίες. Η πρώτη την παρουσιάζει ως ολοκληρωτική αποτυχία που δεν άφησε τίποτε. Η δεύτερη ως προσχεδιασμένη θυσία που πέτυχε ακριβώς ό,τι ήθελε. Η αλήθεια είναι πιο σύνθετη: ο αντιπερισπασμός στον βορρά είχε συνέπειες και η Επανάσταση ξέσπασε στην Πελοπόννησο, αλλά δεν μπορούμε να αποδείξουμε με μαθηματική βεβαιότητα ότι η μία εξέλιξη προκάλεσε την άλλη. Οι άνθρωποι της εποχής δεν γνώριζαν το τέλος όταν επέλεγαν. Το να αποδώσουμε στον Υψηλάντη εκ των υστέρων πλήρη γνώση όλων των αποτελεσμάτων είναι άλλη μια μορφή θρύλου.
Το παράδειγμά του δεν είναι πρόσκληση να ακολουθούμε τυφλά έναν «σωτήρα». Ο ίδιος ηγήθηκε αποφασιστικά, αλλά το σχέδιο εξαρτήθηκε από ξένες κινήσεις που δεν μπορούσε να εγγυηθεί, από τοπικές συμμαχίες που δεν άντεξαν και από στρατιωτική πειθαρχία που αποδείχθηκε ανεπαρκής. Αν σήμερα αναζητούμε ηρωικό πρότυπο, αξίζει να κρατήσουμε το θάρρος ανάληψης προσωπικού κόστους και να προσθέσουμε τον έλεγχο των υποσχέσεων κάθε ηγέτη. Η ιστορική συνείδηση δεν είναι λατρεία αλάθητου προσώπου. Είναι ικανότητα να θαυμάζουμε την προσφορά του, να βλέπουμε τους νεκρούς δίπλα του και να απαιτούμε τεκμήρια πριν εμπιστευτούμε νέα σχέδια εξουσίας.
Η θυσία των νεαρών λοχιτών δεν ήταν το τέλος του δικού τους κόσμου μόνο. Οι ελληνικές παροικίες που τους είχαν στείλει έχασαν γιους, συμφοιτητές και ανθρώπους που θα μπορούσαν να οργανώσουν το μέλλον τους. Η ελευθερία είναι συλλογικό εγχείρημα με προσωπικό κόστος που μοιράζεται άνισα: άλλοι αποφασίζουν, άλλοι πολεμούν, άλλοι μένουν να περιμένουν απάντηση. Το να θυμόμαστε τον αρχηγό χωρίς αυτούς τους ανθρώπους θα αναπαρήγαγε την ανισότητα της μνήμης. Γι' αυτό το ιστορικό πρότυπο δεν είναι μόνο ο Υψηλάντης ως μοναδική μορφή. Είναι η ανάγκη οι ηγέτες να λογοδοτούν για τη ζωή όσων καλούν να τους ακολουθήσουν.
Η ένωση που χρειάζεται μια κοινωνία δεν είναι απλώς κοινή συγκίνηση σε μια επέτειο. Οι Φιλικοί πέτυχαν να συνδέσουν παροικίες και ανθρώπους διαφορετικών τόπων· απέτυχαν να εξασφαλίσουν επαρκώς τους όρους συνεργασίας με άλλα βαλκανικά κινήματα και να επιβάλουν πειθαρχία στο δικό τους στράτευμα. Σήμερα η συγκεκριμένη ειρηνική πράξη θα ήταν να ανοίξουν τα δημόσια αρχεία, να διδάσκεται η ιστορία με πηγές και διαφωνίες, και οι πολίτες να ζητούν λογοδοσία για αποφάσεις που επηρεάζουν τη συλλογική τους ζωή. Κοινός σκοπός χωρίς έλεγχο μετατρέπεται εύκολα σε υπακοή. Κοινός σκοπός με γνώση μπορεί να γίνει δημοκρατική δύναμη.
Μπορούμε να μετατρέψουμε την επέτειο σε δημόσια εργασία αντί για τελετουργική συμφωνία. Ένα σχολείο, μια βιβλιοθήκη ή ένας τοπικός σύλλογος μπορεί να διαβάσει την προκήρυξη του 1821 δίπλα σε μεταγενέστερες μαρτυρίες, να σημειώσει πού οι πηγές συμφωνούν και πού διαφωνούν και να συζητήσει γιατί χρειάστηκε συνεργασία χωρίς τυφλή εμπιστοσύνη. Είναι ειρηνική πράξη με πατριωτικό περιεχόμενο: υπερασπίζεται τη μνήμη από την παραχάραξη και την εύκολη εμπορική χρήση. Ο άνθρωπος που πέρασε τον Προύθο δεν χρειάζεται έναν άκριτο θαυμαστή. Χρειάζεται πολίτες ικανούς να αναγνωρίσουν το θάρρος του και να μην επαναλάβουν τα λάθη που κόστισαν στους συντρόφους του.
Ένα μικρό ιστορικό ερώτημα απομένει κάθε φορά που κοιτάζουμε την εκστρατεία: τι θα είχε αλλάξει αν οι Φιλικοί είχαν αποδείξεις για ρωσική στήριξη ή αν η συνεργασία με τον Βλαντιμιρέσκου είχε σταθερή βάση; Δεν υπάρχει τρόπος να ξέρουμε το αποτέλεσμα ενός πολέμου που δεν έγινε. Το ερώτημα χρησιμεύει μόνο για να φανεί ποια σημεία του πραγματικού σχεδίου ήταν εύθραυστα. Η μελέτη των αποτυχημένων εναλλακτικών δεν πρέπει να γίνει φανταστική ιστορία. Πρέπει να μας βοηθά να καταλάβουμε γιατί οι ηγέτες οφείλουν να διακρίνουν την πιθανή βοήθεια από την εγγυημένη και την προσωρινή σύμπτωση συμφερόντων από την πραγματική συμμαχία.
Η ανθρώπινη εικόνα που μένει δεν είναι ενός νικητή πάνω σε άλογο. Είναι ενός πρώην αξιωματικού, που κατάφερε να ανοίξει επαναστατικό δρόμο αλλά έζησε το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου κρατούμενος και πέθανε πριν στεριώσει κράτος. Δίπλα του είναι ο Λασσάνης, οι νεαροί του Ιερού Λόχου, ο Καρπενησιώτης στο Γαλάτσι, οι ομάδες που συνέχισαν μετά το Δραγατσάνι και οι οικογένειές τους. Όταν τους βάζουμε στο ίδιο κάδρο, ο ηρωισμός παύει να είναι μάρμαρο. Γίνεται συγκεκριμένη σχέση ανάμεσα σε απόφαση, ευθύνη και κόστος που πολλοί άνθρωποι μοιράστηκαν χωρίς να μοιραστούν την ίδια αναγνώριση.
Γιατί αξίζει να τον θυμόμαστε; Επειδή άφησε θέση ισχύος για έναν συλλογικό σκοπό, ανέλαβε ηγεσία χωρίς βέβαιη ξένη προστασία, συγκέντρωσε ανθρώπους και πλήρωσε με την ελευθερία και τελικά με τη ζωή του την αποτυχία του πρώτου σχεδίου. Το παράδειγμά του δεν είναι εντολή να ψάξουμε σήμερα έναν νέο «σωτήρα». Είναι πρόσκληση να αναλάβουμε ευθύνη χωρίς να παραδώσουμε την κρίση μας σε πρόσωπα ή ξένες υποσχέσεις. Η δημοκρατική πατριωτική συνείδηση δεν απαιτεί τυφλή λατρεία· απαιτεί γνώση, ετοιμότητα συνεργασίας και έλεγχο κάθε εξουσίας.
Το 1821, η οργάνωση μυστικής εξέγερσης απέναντι σε αυτοκρατορική κυριαρχία ήταν υπαρξιακή επιλογή. Σήμερα οι πολίτες ζουν σε συνταγματικό κράτος και έχουν ειρηνικά μέσα ελέγχου: μπορούν να απαιτούν πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα, να συμμετέχουν σε τοπικές συνελεύσεις, να ελέγχουν αποφάσεις και να συνεργάζονται πέρα από κομματικές ταυτότητες για ιστορική παιδεία και κοινά αγαθά. Δεν εξισώνουμε διαφορετικές εποχές. Αναγνωρίζουμε το διαχρονικό ερώτημα ποιος αποφασίζει, με ποια γνώση και με ποια λογοδοσία. Ο Κανάρης και η Μπουμπουλίνα δείχνουν επίσης διαφορετικές μορφές προσωπικού κόστους μέσα σε συλλογικό αγώνα.
Η ένωση που αξίζει σήμερα δεν είναι σύνθημα γύρω από έναν νέο αρχηγό. Είναι συνεννόηση ανθρώπων που διαφωνούν, αλλά διαβάζουν τις πηγές, υπερασπίζονται δικαιώματα και ζητούν εξηγήσεις για αποφάσεις που τους αφορούν. Ο Υψηλάντης μάς αφήνει και δέος και προειδοποίηση: θάρρος χωρίς επαρκή έλεγχο των προσδοκιών μπορεί να στοιχίσει ζωές, ενώ μόνο η επίγνωση δεν κινεί κανέναν. Μπορούμε να τιμήσουμε εκείνους που διακινδύνευσαν τα πάντα απαιτώντας από τη σημερινή πολιτεία αλήθεια και από τον εαυτό μας συνεργασία με ουσία; Τα δικά σας συμπεράσματα.
Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.






