Παιδιά στα νοσοκομεία χωρίς ανάγκη νοσηλείας: ποιος αναλαμβάνει να τα βγάλει;
Η απομάκρυνση από τον κίνδυνο είναι μόνο η αρχή. Τα έγγραφα δείχνουν πού η φροντίδα μετατρέπεται σε αναμονή και τι πρέπει να λογοδοτήσουν οι υπηρεσίες.

Εισαγγελικά παιδιά νοσοκομεία: Ένας έφηβος εκτιμάται ότι είχε μείνει στο Παίδων «Αγλαΐα Κυριακού» περισσότερο από οκτώ μήνες όταν, σύμφωνα με το ρεπορτάζ των Αυγουστίνου Ζενάκου και Γιάννη Ορέστη Παπαδημητρίου στο in στις 8 Ιουλίου 2026, ένα επεισόδιο κατέληξε σε τραυματισμό φύλακα και αστυνομική σύλληψη. Είχε βρεθεί εκεί για προστασία. Το ρεπορτάζ ενέτασσε την περίπτωσή του στο πρόβλημα της παρατεταμένης παραμονής παιδιών για προστασία, όταν δεν υπάρχει κατάλληλη συνέχεια φροντίδας. Το κενό βρίσκεται ανάμεσα στην απομάκρυνση από τον κίνδυνο και στην εξασφάλιση μιας καθημερινής ζωής που δεν εξαντλείται στην αναμονή.
Εισαγγελικά παιδιά νοσοκομεία: Από την εισαγγελική εντολή στην αναμονή χωρίς τέλος
Το νοσοκομείο μπορεί να σώσει ένα παιδί από έναν άμεσο κίνδυνο. Δεν μπορεί από μόνο του να του εξασφαλίσει σπίτι, σταθερούς ανθρώπους και συνέχεια στη ζωή του. Τον Σεπτέμβριο η «Καθημερινή» κατέγραψε ότι, σύμφωνα με ενημέρωση του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, στις 2 Σεπτεμβρίου 2026 βρίσκονταν 65 ανήλικοι σε 20 νοσοκομειακές μονάδες μέσω του συστήματος anynet. Αυτός είναι ένας συγκεκριμένος, χρονολογημένος αριθμός. Δεν είναι καταμέτρηση της σημερινής ημέρας ούτε απόδειξη ότι όλοι είχαν ολοκληρώσει τον ιατρικό τους έλεγχο.
Το ουσιαστικό ερώτημα βρίσκεται πίσω από τον αριθμό: όταν η νοσηλεία δεν είναι πια απαραίτητη, ποιος αναλαμβάνει με όνομα, σχέδιο και προθεσμία την επόμενη μέρα; Τα διαθέσιμα έγγραφα περιγράφουν περισσότερα από ένα στάδια και περισσότερους από έναν αρμόδιους. Για το παιδί, όμως, η αναμονή είναι ενιαία. Δεν σταματά όταν μια υπηρεσία διαβιβάσει τον φάκελο στην επόμενη. Γι’ αυτό η ολοκλήρωση κάθε επιμέρους διοικητικής ενέργειας πρέπει να συνδέεται με πραγματικό προορισμό, δυνατότητα φροντίδας και σαφή υποστήριξη μετά την έξοδο.
Η έκφραση «εισαγγελικά παιδιά» χρησιμοποιείται για ανηλίκους που παραπέμπονται με εισαγγελική εντολή. Δεν είναι χαρακτηρισμός της προσωπικότητας του παιδιού, ιατρική διάγνωση ή απόδειξη παραβατικότητας. Η παρέμβαση μπορεί να σχετίζεται με εγκατάλειψη ή με διερεύνηση κινδύνου στο οικογενειακό περιβάλλον. Η απομάκρυνση δεν μας επιτρέπει να προδικάσουμε την έκβαση της έρευνας ούτε να ενοχοποιήσουμε συλλήβδην μια οικογένεια. Η ασφάλεια του παιδιού πρέπει να προηγείται, με ταυτόχρονη προσοχή στα πραγματικά γεγονότα κάθε υπόθεσης.
Η βασική ακολουθία περιγράφεται σε απάντηση του υπουργείου Υγείας προς τη Βουλή, με ημερομηνία 24 Δεκεμβρίου 2025 και αριθμό πρωτοκόλλου 25919. Το έγγραφο παραθέτει ενημερώσεις νοσοκομείων του προηγούμενου καλοκαιριού: εισαγωγή κατόπιν εισαγγελικής εντολής, εξετάσεις και παραμονή μέχρι νέα παραγγελία για επιστροφή στην οικογένεια ή μεταφορά σε κατάλληλη δομή. Πρόκειται για διοικητικό τεκμήριο, όχι για μαρτυρία κάποιου περαστικού. Δείχνει πώς η έξοδος από το νοσοκομείο εξαρτάται και από αποφάσεις έξω από την κλινική.
Στο ίδιο έγγραφο η ενημέρωση του Παίδων Πεντέλης, της 30ής Ιουλίου 2025, περιέγραφε οκτώ παιδιά και διαφορετικές εκκρεμότητες: αναμενόμενες απαντήσεις ιδρυμάτων, προτεινόμενη επιστροφή στη βιολογική οικογένεια και μη ολοκληρωμένη διερεύνηση. Τα οκτώ παιδιά είναι ιστορικό στιγμιότυπο, όχι σημερινός αριθμός. Η αξία του τεκμηρίου είναι άλλη: η αναμονή για έναν προορισμό αποτυπωνόταν ήδη επισήμως. Το ερώτημα της ευθύνης επομένως δεν στηρίζεται μόνο σε συνδικαλιστική διαμαρτυρία ή σε δημοσιογραφική περιγραφή.
Στις 4 Ιουλίου 2026 η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθηνών απευθύνθηκε δημόσια σε τέσσερα υπουργεία. Υποστήριξε ότι οι συνήθεις εξετάσεις ολοκληρώνονται σε δύο έως τρεις ημέρες, ενώ παιδιά παραμένουν για εβδομάδες ή μήνες και αστυνομικοί αναλαμβάνουν προστατευτική φύλαξη. Αυτή είναι η θέση ενός επαγγελματικού φορέα που εμπλέκεται στη διαδικασία. Δεν αποτελεί καθολικό ιατρικό κανόνα: ένα συγκεκριμένο παιδί μπορεί να χρειάζεται μεγαλύτερη πραγματική νοσηλεία. Αποτελεί όμως ανεξάρτητη ένδειξη ότι η παρατεταμένη κοινωνική παραμονή δεν είναι αποκλειστικά πρόβλημα ενός θαλάμου.
Η ίδια ανακοίνωση αναδεικνύει τη δέσμευση κλινών και προσωπικού. Η ένσταση των αστυνομικών για την κατανομή των δυνάμεών τους είναι θεμιτή ως επαγγελματικό αίτημα, αλλά η συζήτηση δεν πρέπει να καταλήγει ότι τα παιδιά είναι εμπόδιο στην αστυνόμευση ή στην περίθαλψη άλλων. Αν ένας χώρος χρησιμοποιείται για ανάγκη που δεν μπορεί να καλύψει, η πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει την κατάλληλη υπηρεσία. Η ευθύνη δεν μεταφέρεται στον ανήλικο επειδή χρειάζεται περισσότερη φροντίδα από όση μπορεί να προσφέρει μια συνηθισμένη βάρδια.
Στο ρεπορτάζ του Ιουλίου ο Γιώργος Νικολαΐδης, ψυχίατρος και διευθυντής Ψυχικής Υγείας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, συνέδεσε τη δύσκολη αποκατάσταση με μεγαλύτερη ηλικία, αναπηρία και σύνθετες ανάγκες. Πρόκειται για επώνυμη επαγγελματική εκτίμηση, όχι για δημοσιευμένο πίνακα που αποδεικνύει την αιτία κάθε παραμονής. Η εκτίμηση χρειάζεται να ελεγχθεί με ανώνυμα διοικητικά δεδομένα: ποια χαρακτηριστικά συσχετίζονται με μεγάλη αναμονή και ποιες υπηρεσίες λείπουν για τα συγκεκριμένα παιδιά. Έτσι μια ισχυρή δημόσια μαρτυρία γίνεται αφετηρία έρευνας αντί για τελική ετυμηγορία.
Ο έφηβος του αρχικού περιστατικού δεν χρειάζεται να γίνει πρωταγωνιστής μιας ιστορίας τρόμου. Δεν γνωρίζουμε από τη δημοσίευση τη μετέπειτα πορεία του και δεν θα την επινοήσουμε. Το καταγεγραμμένο επεισόδιο δεν δικαιολογεί τραυματισμούς ούτε επιτρέπει να εξισώσουμε την προστασία με απουσία ορίων. Μας υποχρεώνει όμως να εξετάσουμε τη διαδρομή που προηγήθηκε. Όταν το μόνο γεγονός που γίνεται ορατό είναι η σύλληψη, η κοινωνία κινδυνεύει να αγνοήσει μήνες διοικητικής αναμονής και να δει τον ανήλικο αποκλειστικά ως πρόβλημα συμπεριφοράς.
Υπάρχει και ο εργαζόμενος που τραυματίζεται, ο νοσηλευτής που προσπαθεί να κρατήσει ασφαλή τον θάλαμο και ο συνοδός ενός άρρωστου παιδιού που φοβάται. Οι ανάγκες τους δεν ακυρώνονται από την ευαλωτότητα του προστατευόμενου ανηλίκου. Η σωστή απάντηση πρέπει να τους περιλαμβάνει όλους: επαρκή επαγγελματική υποστήριξη, σαφείς διαδικασίες σε κρίση, κατάλληλη φροντίδα και γρήγορη έξοδο όταν δεν απαιτείται νοσηλεία. Δεν ζητάμε να αντέξει ένας εργαζόμενος απεριόριστα επειδή η υπόθεση είναι δύσκολη. Ζητάμε να μη φορτώνεται η δυσκολία σε έναν χώρο που δεν έχει οργανωθεί γι’ αυτήν.
Η αναμονή δεν εξαντλείται στη χρήση μιας κλίνης. Ο χώρος όπου ένα παιδί κοιμάται, οι άνθρωποι με τους οποίους επικοινωνεί και η δυνατότητα να συνεχίσει την καθημερινότητά του αποτελούν διαφορετικές ανάγκες. Ένα νοσοκομείο οργανώνεται πρωτίστως για εξέταση και θεραπεία. Όταν γίνεται μακροχρόνιος τόπος προστασίας, χρειάζεται να εξηγηθεί ποιος αναλαμβάνει τις ανάγκες πέρα από την περίθαλψη και με ποιο σχέδιο. Αυτή η θεσμική αντίφαση είναι το ανθρώπινο διακύβευμα: η ασφάλεια της πρώτης νύχτας δεν εξασφαλίζει από μόνη της μια σταθερή επόμενη μέρα.
Ο ασφαλής αποχωρισμός από έναν επικίνδυνο χώρο είναι η αρχή της προστασίας. Η συνέχεια απαιτεί σχολείο, καθημερινή οργάνωση, ανθρώπους αναφοράς και δυνατότητα να ακουστεί η γνώμη του παιδιού. Αυτά δεν τα εξασφαλίζει αυτομάτως η λέξη «φιλοξενία» σε ένα υπηρεσιακό έγγραφο. Πρέπει να περιγράφονται ως πραγματικές ενέργειες και να παρακολουθούνται. Διαφορετικά η διοικητική γλώσσα μπορεί να καταγράψει την υπόθεση ως ενεργή και ταυτόχρονα να αφήσει χωρίς απάντηση την πιο απλή ανάγκη: ποιος θα είναι σταθερά δίπλα στο παιδί αύριο;
Οι αριθμοί, ο αντίλογος και όσα δεν μετρά το μητρώο
Το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας απάντησε στο ρεπορτάζ στις 9 Ιουλίου 2026. Αναγνώρισε ότι παρατεταμένη παραμονή πέρα από τον αναγκαίο χρόνο αποτελεί πρόβλημα, αλλά απέρριψε την εικόνα καθολικής αδράνειας. Ανέφερε 93 ανηλίκους σε 21 νοσοκομεία, 89 περιπτώσεις υποψήφιων αναδόχων για επείγουσα αναδοχή και πάνω από 300 επείγουσες ή επείγουσες συγγενικές αναδοχές από το 2022. Αυτή είναι η επίσημη απάντηση όπως δημοσιεύθηκε, όχι αριθμοί που υπολογίσαμε εμείς ούτε ανεξάρτητος έλεγχος όλων των φακέλων.
Η διαφωνία με μια κυβέρνηση δεν επιτρέπει να αποσιωπήσουμε τα στοιχεία που προβάλλει. Αν έχουν γίνει αναδοχές, δεν είναι ακριβές ότι δεν έγινε καμία ενέργεια. Αν υπάρχουν διαθέσιμοι υποψήφιοι, δεν μπορούμε να επαναλάβουμε χωρίς έλεγχο ότι όλη η χώρα διαθέτει μόνο δύο. Το κρίσιμο είναι τι ακριβώς μετρά κάθε αναφορά, ποια ημερομηνία αφορά και αν οι διαθέσιμες επιλογές καλύπτουν τις ανάγκες των παιδιών που περιμένουν. Η ουσιαστική κριτική γίνεται ισχυρότερη όταν αποφεύγει έναν εύκολο αλλά λανθασμένο συνολικό ισχυρισμό.
Τα 93 του Ιουλίου και τα 65 που αναφέρθηκαν για τη 2α Σεπτεμβρίου δεν αποδεικνύουν από μόνα τους ούτε αποτυχία κάθε παρέμβασης ούτε οριστική λύση. Είναι δύο στιγμιότυπα, με διαφορετικές ημερομηνίες και αριθμό νοσοκομείων. Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για ακριβώς την ίδια περίμετρο καταγραφής, πόσα παιδιά βγήκαν, πόσα νέα μπήκαν και πού βρίσκονται όσα αποχώρησαν. Αφαίρεση των δύο αριθμών δεν παράγει αριθμό επιτυχημένων οικογενειακών αποκαταστάσεων. Για να αξιολογήσουμε τη βελτίωση χρειαζόμαστε διαδρομές, διάρκεια και ασφαλή συνέχεια, χωρίς δημοσιοποίηση προσωπικών στοιχείων.
Η υπουργική απάντηση παρουσιάζει στάδια διαχείρισης, μεταξύ των οποίων αρχικοποίηση σχεδίων, επείγουσα αναδοχή και σύνδεση. Οι επιμέρους αριθμοί που παραθέτει αθροίζονται σε 91, ενώ ο συνολικός αριθμός είναι 93. Η αριθμητική απόκλιση είναι μικρή αλλά πραγματική. Δεν αποδεικνύει εξαφάνιση δύο παιδιών ή ψευδή απογραφή. Μπορεί να οφείλεται σε παράλειψη κατηγορίας ή σε διαφορετική ενημέρωση, αλλά τέτοια εξήγηση δεν παρέχεται στο δημοσιευμένο κείμενο. Η υπηρεσία οφείλει να διευκρινίσει πώς συνδέονται οι κατηγορίες με το σύνολο, χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητα κανενός.
Υπάρχει επίσης η τακτική τριμηνιαία δημοσίευση του ΕΚΚΑ. Στον επίσημο κατάλογο, κατά τον έλεγχο της 4ης Οκτωβρίου 2026, η νεότερη διαθέσιμη ήταν του Β΄ τριμήνου, δημοσιευμένη στις 8 Ιουλίου, με άντληση δεδομένων την 1η Ιουλίου. Καταγράφει 1.017 ανηλίκους σε μονάδες παιδικής προστασίας, έναντι 1.176 το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025 και 1.235 του 2024. Δεν είναι πίνακας των παιδιών των νοσοκομείων. Η μείωση αφορά το συγκεκριμένο μητρώο μονάδων και δεν περιγράφει αυτομάτως όλο τον πληθυσμό που χρειάζεται προστασία.
Το ίδιο δελτίο καταγράφει 752 ενεργές αναδοχές και 1.267 υιοθεσίες στο σύστημα από την έναρξη των ηλεκτρονικών συνδέσεων. Δεν πρόκειται για ετήσιο αριθμό παιδιών: οι αναδοχές είναι ενεργές κατά την άντληση, οι υιοθεσίες σωρευτικές, ενώ μια οικογένεια μπορεί να φροντίζει αδέλφια. Αναφέρει επίσης 102 εγγραφές υποψήφιων αναδόχων στο Εθνικό Μητρώο, όχι 102 άτομα έτοιμα να αναλάβουν οποιοδήποτε παιδί αμέσως. Οι διαφορετικοί ορισμοί εμποδίζουν απλές αναλογίες του τύπου «υπάρχουν τόσες οικογένειες, άρα χωρούν τόσα παιδιά».
Εδώ τελειώνει η περιγραφή του επίσημου δελτίου και αρχίζει το ερώτημα αξιολόγησης. Αν μειώνεται ο πληθυσμός μιας δομής, χρειάζεται να γνωρίζουμε αν η έξοδος ήταν οικογενειακή φροντίδα, ενηλικίωση, μεταφορά ή άλλη μεταβολή. Ένας μικρότερος αριθμός μπορεί να συνυπάρχει με παρατεταμένη αναμονή μιας ομάδας που έχει ιδιαίτερες ανάγκες. Ο συνολικός δείκτης και η εμπειρία ενός παιδιού δεν αλληλοαναιρούνται. Μια πολιτική μπορεί να παράγει αποτελέσματα για κάποιους και να χρειάζεται ουσιαστική αναμόρφωση για άλλους. Ο έλεγχος πρέπει να αναζητεί ακριβώς αυτούς που μένουν πίσω.
Η καταχώρηση ενός σχεδίου είναι αναγκαία, αλλά δεν ισοδυναμεί με ολοκληρωμένη αποκατάσταση. Μια πρόταση σύνδεσης δεν είναι εγκατάσταση σε οικογένεια· μια εγκατάσταση δεν είναι από μόνη της μακροχρόνια ασφάλεια. Αυτές οι διακρίσεις δεν μειώνουν τη δουλειά των κοινωνικών λειτουργών. Την αναδεικνύουν. Δείχνουν ότι κάθε μετάβαση απαιτεί ανθρώπινο χρόνο, κατάλληλους επαγγελματίες και δυνατότητα διόρθωσης. Ο ψηφιακός φάκελος μπορεί να οργανώσει τη διαδικασία, αλλά δεν αντικαθιστά τις συναντήσεις, τη γνώση των αναγκών και τη φροντίδα μετά την αρχική απόφαση.
Ένας ουσιαστικός δημόσιος απολογισμός θα έδινε συγκεντρωτικά τη διάρκεια παραμονής μετά την ολοκλήρωση της ιατρικής ανάγκης, τις εξόδους ανά ασφαλή προορισμό και τις περιπτώσεις επιστροφής σε νοσοκομείο. Θα ξεχώριζε τις καθυστερήσεις νομικής διερεύνησης από την απουσία κατάλληλης οικογένειας ή εξειδικευμένης υποστήριξης. Αυτή είναι πρόταση ελέγχου, όχι πίνακας που ισχυριζόμαστε ότι υπάρχει ήδη. Θα επέτρεπε να εντοπιστεί πού ακριβώς σταματά η αλυσίδα και ποια παρέμβαση έχει αποτέλεσμα, αντί να αξιολογούνται οι υπηρεσίες μόνο με τον αριθμό ανακοινώσεων ή επιμορφώσεων.
Ο χρόνος πρέπει να μετριέται από τη σκοπιά του παιδιού. Μια υπηρεσία μπορεί να περιμένει την επόμενη συνεδρίαση, μια απάντηση φορέα ή το κλείσιμο ενός διοικητικού σταδίου. Το παιδί δεν μπορεί να αναστείλει την ηλικία του όσο εκκρεμεί ο φάκελος. Αυτό δεν σημαίνει να καταργηθούν οι έλεγχοι καταλληλότητας ή να επισπευσθεί οποιαδήποτε μεταφορά. Σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει ασφαλής φροντίδα και συγκεκριμένος συντονιστής κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας. Η επιμέλεια της απόφασης και η ταχύτητα της υποστήριξης είναι διαφορετικές απαιτήσεις που μπορούν να υπηρετούνται ταυτόχρονα.
Χρειάζεται προσοχή και στην αναζήτηση διαφάνειας. Οι μικροί αριθμοί σε ένα νοσοκομείο ή σε μια ηλικιακή ομάδα μπορούν, αν συνδυαστούν με δημοσιευμένες πληροφορίες, να επιτρέψουν αναγνώριση. Η δημοσιοποίηση πρέπει να οργανώνεται με επαρκή συγκέντρωση στοιχείων και τεχνικές προστασίας. Ο δημοσιογραφικός έλεγχος δεν δικαιούται τον προσωπικό φάκελο του ανηλίκου ως θέαμα. Δικαιούται να ζητά απολογισμό της υπηρεσίας, σαφή μεθοδολογία και εξήγηση για καθυστερήσεις. Η προστασία της ιδιωτικότητας δεν είναι νόμιμο πρόσχημα για να εξαφανίζεται κάθε δημόσια πληροφορία για την απόδοση των θεσμών.
Ο κυβερνητικός αντίλογος έχει ένα ισχυρό σημείο: το πρόβλημα είναι σύνθετο και δεν λύνεται με έναν αυθαίρετο αριθμό. Έχει και ένα όριο: η πολυπλοκότητα δεν μπορεί να λειτουργεί ως απεριόριστη παράταση. Όταν οι υπηρεσίες γνωρίζουν ότι ένα παιδί δεν χρειάζεται πια κλινική παραμονή, πρέπει να υπάρχει απάντηση για το ποιος φροντίζει τη ζωή του και τι αλλάζει αν η προβλεπόμενη λύση αποτύχει. Το αίτημα είναι μετρήσιμη ευθύνη μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Δεν είναι η απαίτηση να εμφανιστεί μια τέλεια οικογένεια με μια διοικητική υπογραφή.

Αναδοχή, οικογένεια και παιδιά που δεν χωρούν στην εύκολη λύση
Η αναδοχή και η υιοθεσία δεν είναι δύο ονόματα για την ίδια διαδικασία. Η επίσημη ενημέρωση του anynet και η κρατική πύλη paidi.gov.gr εξηγούν ότι η αναδοχή προσφέρει οικογενειακή φροντίδα χωρίς να καταργεί αυτομάτως τη σχέση με τη φυσική οικογένεια. Η επιστροφή μπορεί να παραμένει στόχος όταν είναι ασφαλής και προς το συμφέρον του παιδιού. Η υιοθεσία δημιουργεί διαφορετική νομική σχέση με δικαστική απόφαση. Η διάκριση αλλάζει την καθημερινή ευθύνη του ενηλίκου: χρειάζεται να στηρίξει ένα παιδί, όχι να απαιτήσει να διαγραφεί η προηγούμενη ζωή του.
Η κρατική Πύλη Οικογενειακής Πολιτικής περιγράφει την επείγουσα αναδοχή ως βραχυπρόθεσμη φροντίδα για έκτακτη ανάγκη, συνήθως από λίγες ημέρες έως μερικές εβδομάδες. Προϋποθέτει εισαγγελική εντολή, κατάλληλους εγγεγραμμένους αναδόχους και συνεργασία υπηρεσιών· αφορά κυρίως βρέφη και μικρά παιδιά που δεν χρειάζονται νοσοκομειακή περίθαλψη. Η θεσμική αυτή δυνατότητα υπάρχει. Δεν είναι ασφαλές να προσφέρουμε ανεπίσημα «ένα δωμάτιο» σε έναν ανήλικο παρακάμπτοντας την αξιολόγηση, ούτε να ταυτίζουμε κάθε οικογένεια που ενδιαφέρεται με διαθέσιμη επείγουσα θέση.
Ο χρονικός ορίζοντας της βραχείας φροντίδας φέρνει μια πρακτική δυσκολία. Πριν από την τοποθέτηση χρειάζεται να συζητηθεί τι ακολουθεί, ποιος επικοινωνεί με τη φυσική οικογένεια όταν επιτρέπεται, ποιος υποστηρίζει το παιδί και τι γίνεται αν η επόμενη λύση καθυστερήσει. Αυτά είναι ερωτήματα που ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να θέσει στην αρμόδια υπηρεσία. Δεν είναι απόδειξη δισταγμού ή έλλειψης αγάπης. Μια ειλικρινής προετοιμασία προστατεύει από υποσχέσεις που δεν μπορούν να τηρηθούν και από μια ακόμη αλλαγή περιβάλλοντος χωρίς εξήγηση.
Η εγκύκλιος 5/2021 της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, της 14ης Ιουνίου 2021, με υπογράφουσα την τότε αντεισαγγελέα Γεωργία Αδειλίνη, αφορά ζητήματα αναδοχής, υιοθεσίας και αφαίρεσης γονικής μέριμνας. Η επίσημη οικογενειακή πύλη την παραπέμπει μαζί με την ΚΥΑ του 2020 ως πλαίσιο για την επείγουσα αναδοχή. Άρα το αίτημα δεν περιορίζεται στην ψήφιση ενός ακόμη γενικού νόμου. Πρέπει να ελεγχθούν η εφαρμογή, η επάρκεια των υπηρεσιών και οι πραγματικές επιλογές όταν εμφανίζεται μια έκτακτη ανάγκη. Ένας διαθέσιμος κανόνας χωρίς λειτουργική υποστήριξη δεν ολοκληρώνει τη φροντίδα.
Η ηλικία αποτελεί κεντρικό ζήτημα επειδή η επείγουσα λύση για ένα βρέφος δεν καλύπτει αυτομάτως έναν έφηβο. Για μεγαλύτερα παιδιά χρειάζεται να συνεκτιμώνται το σχολείο, οι σχέσεις, οι επιθυμίες και οι δυνατότητες της οικογένειας ή του πλαισίου που θα τα αναλάβει. Η ανάγκη αυτή δεν επιτρέπει τον χαρακτηρισμό «δύσκολο παιδί» ως μόνιμη ταυτότητα. Μια σύνθετη συμπεριφορά είναι λόγος για περισσότερη κατάλληλη υποστήριξη και αξιολόγηση. Αν τη μετατρέψουμε σε λόγο αποκλεισμού χωρίς εναλλακτική, η δημόσια προστασία θα φροντίζει ευκολότερα εκείνους που χρειάζονται λιγότερη βοήθεια.
Για την αναπηρία η ερώτηση δεν είναι μόνο αν ένας ανάδοχος έχει καλή πρόθεση. Πρέπει να ξέρει τι υποστήριξη χρειάζεται, αν είναι προσβάσιμο το σπίτι και το σχολείο, πώς θα γίνονται οι μετακινήσεις και ποιες υπηρεσίες θα ανταποκριθούν όταν υπάρξει δυσκολία. Στο σχετικό θέμα του site για τον Προσωπικό Βοηθό και την ανεξάρτητη διαβίωση, η απόσταση από την έγκριση στη λειτουργική βοήθεια αποτελεί ξεχωριστό πρόβλημα. Η παιδική προστασία χρειάζεται τον ίδιο έλεγχο της πραγματικής πρόσβασης, χωρίς να εξισώνονται διαφορετικά προγράμματα ή να θεωρείται ότι ένα δικαίωμα καλύπτει όλα τα υπόλοιπα.
Ο ΟΠΕΚΑ αναφέρει για την αναδοχή μηνιαία οικονομική ενίσχυση 525 ευρώ για παιδιά τυπικής ανάπτυξης και 750 ευρώ για παιδιά με αναπηρία, με τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις και δυνατότητα σχετικής προσαύξησης. Πρόκειται για συνεισφορά στις ανάγκες διαβίωσης, όχι για τίμημα του παιδιού ή αυτόματη αμοιβή επαγγελματία. Η εγγραφή της εγκεκριμένης αναδοχής και η διαδικασία αίτησης έχουν σημασία για την καταβολή. Το ποσό μόνο του δεν μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι καλύπτονται όλες οι ανάγκες κάθε παιδιού σε κάθε τόπο.
Δεν διαθέτουμε ενιαίο κοστολόγιο για να συγκρίνουμε εδώ την κάθε νοσοκομειακή παραμονή με την κάθε μορφή αναδοχής. Δεν θα παρουσιάσουμε λοιπόν αυθαίρετη εξοικονόμηση σε ευρώ. Το οικονομικό ερώτημα είναι πραγματικό: πώς κατανέμονται οι πόροι σε σταθερή φροντίδα, υποστήριξη οικογενειών και εξειδικευμένες υπηρεσίες; Ακόμη και μια λύση που κοστίζει περισσότερο βραχυπρόθεσμα μπορεί να είναι αναγκαία για την ασφάλεια. Δεν ζητάμε τη φθηνότερη απομάκρυνση από το νοσοκομείο. Ζητάμε τεκμηριωμένη χρηματοδότηση της κατάλληλης φροντίδας, με δημόσιο απολογισμό και συνέχεια.
Η UNICEF στην Ελλάδα τοποθετεί την αποϊδρυματοποίηση μέσα στην ανάπτυξη οικογενειακών και κοινοτικών υπηρεσιών, μαζί με υποστήριξη της επανένωσης όπου είναι δυνατή. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κάθε φυσική οικογένεια είναι ασφαλής ή ότι η απομάκρυνση πρέπει να αποφεύγεται με οποιοδήποτε κόστος. Σημαίνει ότι δεν αρκεί να αλλάξει η διεύθυνση ενός ιδρύματος. Χρειάζεται ένα δίκτυο που να στηρίζει πριν από την κρίση, κατά την απομάκρυνση και μετά την τοποθέτηση. Η λέξη «κοινότητα» αποκτά περιεχόμενο όταν αντιστοιχεί σε διαθέσιμο επαγγελματία, υπηρεσία και σταθερή σχέση.
Η υλική δυσκολία δεν πρέπει να συγχέεται μηχανικά με αδιαφορία για ένα παιδί. Στην περιφερειακή της ενημέρωση η UNICEF υπογραμμίζει ότι φτώχεια, αναπηρία ή έλλειψη υπηρεσιών δεν πρέπει από μόνες τους να οδηγούν σε εναλλακτική φροντίδα. Στην Ελλάδα το ζήτημα της παιδικής στέρησης και του συνωστισμού στην κατοικία δείχνει άλλη πλευρά της οικογενειακής πίεσης. Χρειάζεται αξιολόγηση του κινδύνου και ουσιαστική ενίσχυση της φροντίδας, όχι κρίση για την αξία του γονέα από το μέγεθος του σπιτιού ή του εισοδήματός του.
Η στήριξη της φυσικής οικογένειας δεν σημαίνει ανοχή στην κακοποίηση. Αν αποδεικνύεται άμεσος κίνδυνος, η προστασία δεν μπορεί να περιμένει να βελτιωθούν τα οικονομικά ή οι σχέσεις των ενηλίκων. Υπάρχουν όμως διαφορετικές περιπτώσεις που απαιτούν διαφορετική απάντηση. Η οικογένεια που χρειάζεται πρόσβαση σε υπηρεσία, η οικογένεια που περνά προσωρινή κρίση και η υπόθεση σοβαρής βίας δεν μπορούν να χωρούν σε ένα στερεότυπο. Η δημόσια υπηρεσία οφείλει να έχει τη γνώση και τον χρόνο να ξεχωρίζει, με τεκμηρίωση που να μπορεί να ελεγχθεί.
Ο ενδιαφερόμενος ανάδοχος μπορεί να ξεκινήσει από την επίσημη πλατφόρμα anynet και την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία του τόπου διαμονής του. Η κρατική ενημέρωση περιγράφει αίτηση, δικαιολογητικά, κοινωνική έρευνα, εκπαίδευση και εγγραφή στο μητρώο, πριν από τη σύνδεση με παιδί. Δεν αρκεί να συμπληρωθεί μια φόρμα. Η διαδικασία πρέπει να βοηθά τον ενήλικο να καταλάβει τι μπορεί πράγματι να προσφέρει και ποια όρια έχει. Η οικογένεια χρειάζεται καθαρή ενημέρωση για την εποπτεία και για την υποστήριξη που θα συνεχιστεί μετά την τοποθέτηση.
Κανείς δεν υποχρεούται να γίνει ανάδοχος για να αποδείξει ότι νοιάζεται. Η φροντίδα ενός παιδιού δεν είναι συμβολική δήλωση ή κοινωνική διάκριση. Απαιτεί διαθέσιμο χρόνο, σταθερότητα, συνεργασία και αποδοχή ότι η ιστορία του δεν περιστρέφεται γύρω από τις επιθυμίες μας. Ο πολίτης μπορεί να υποστηρίξει επαγγελματικές και κοινοτικές δομές χωρίς να αναλάβει έναν ρόλο για τον οποίο δεν είναι έτοιμος. Και η κυβέρνηση δεν μπορεί να εξαρτά την εκπλήρωση της ευθύνης της από την αυθόρμητη γενναιοδωρία αρκετών οικογενειών. Ο εθελοντικός δεσμός χρειάζεται οργανωμένη δημόσια στήριξη.
Προστασία με υπεύθυνο, συνέχεια και δυνατότητα ελέγχου
Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού θέτει το συμφέρον του παιδιού ως πρωταρχικό κριτήριο, αναγνωρίζει την ανάγκη ειδικής προστασίας όταν στερείται οικογενειακό περιβάλλον και προβλέπει περιοδική επανεξέταση της τοποθέτησής του. Τα άρθρα 3, 20 και 25 δεν υποδεικνύουν ότι αρκεί μια αρχική ασφαλής μεταφορά. Θέτουν ένα πλαίσιο για τη διάρκεια και την ποιότητα της φροντίδας. Το άρθρο 12 αναγνωρίζει επίσης το δικαίωμα να ακούγεται η γνώμη του παιδιού, ανάλογα με ηλικία και ωριμότητα. Η προστασία δεν είναι απλώς απόφαση που λαμβάνεται ερήμην του.
Στην πράξη χρειάζεται ένας σαφής υπεύθυνος συντονισμού για την κάθε υπόθεση, με δυνατότητα να κινητοποιεί τις υπηρεσίες που πρέπει να συνεργαστούν. Αυτή είναι πρόταση οργάνωσης που προκύπτει από τη διαδρομή των εγγράφων, όχι περιγραφή ενός ενιαίου μηχανισμού που διαπιστώσαμε ότι λειτουργεί παντού. Η κλινική, η κοινωνική υπηρεσία και η εισαγγελική αρχή έχουν διαφορετικό ρόλο. Το παιδί όμως έχει μία ζωή. Δεν πρέπει να είναι εκείνο που μεταφέρει τις συνέπειες από το γεγονός ότι κάθε φορέας ολοκλήρωσε το δικό του βήμα και περιμένει τον επόμενο.
Η διυπουργική ευθύνη πρέπει να μεταφράζεται σε συμφωνημένη διαδικασία. Το υπουργείο Υγείας χρειάζεται να τεκμηριώνει την πραγματική ανάγκη νοσηλείας και τις διαθέσιμες υπηρεσίες. Οι υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας χρειάζεται να αναζητούν κατάλληλη φροντίδα και να την υποστηρίζουν. Οι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές αποφασίζουν μέσα στο αρμόδιο πλαίσιο. Οι τοπικές κοινωνικές υπηρεσίες πρέπει να διαθέτουν ανθρώπους για αξιολόγηση και παρακολούθηση. Η περιγραφή των ρόλων δεν αρκεί αν δεν υπάρχει συμφωνία για το ποιος παρεμβαίνει όταν η διαδικασία σταματήσει ή εμφανιστεί νέος κίνδυνος.
Η εφαρμογή μπορεί να ελεγχθεί χωρίς να εκτεθεί το παιδί. Για κάθε κρίσιμο βήμα η υπηρεσία χρειάζεται να γνωρίζει πότε ζητήθηκε, ποιος το ανέλαβε, τι απάντηση δόθηκε και ποιο εμπόδιο παραμένει. Αν η διαθέσιμη επιλογή απορριφθεί ως ακατάλληλη, πρέπει να καταγράφεται ο λόγος και να ενεργοποιείται η επόμενη αναζήτηση. Προτείνουμε η διοικητική επανεξέταση να αφορά την πραγματική διαδρομή και να επιτρέπει έγκαιρη κλιμάκωση σε ανώτερο επίπεδο όταν οι φορείς δεν βρίσκουν λύση. Η επανάληψη του ίδιου αιτήματος χωρίς αλλαγή επιλογών δεν αποτελεί ολοκληρωμένο σχέδιο.
Χρειάζεται ένα σχέδιο που να λειτουργεί και εκτός ωραρίου. Η κρίση σε μια οικογένεια δεν περιμένει εργάσιμη ημέρα, ούτε η δυσκολία μιας τοποθέτησης εμφανίζεται μόνο όταν όλες οι υπηρεσίες είναι ανοικτές. Προτείνουμε οργανωμένη δυνατότητα άμεσης επαγγελματικής συνδρομής, με ασφαλείς διαθέσιμες επιλογές και κοινή καταγραφή των ενεργειών. Δεν ισχυριζόμαστε ότι αρκεί ένα τηλεφωνικό κέντρο για να λυθεί η έλλειψη φροντίδας. Η επικοινωνία πρέπει να οδηγεί σε πρόσωπο που μπορεί να αποφασίσει, να στηρίξει και να ενεργήσει, όχι σε νέο κατάλογο αριθμών για την οικογένεια ή το νοσοκομείο.
Για τα παιδιά που δεν μπορούν άμεσα να τοποθετηθούν σε οικογένεια, χρειάζεται κατάλληλη ενδιάμεση υποστήριξη και επανεξέταση, με στόχο να μην παγιωθεί η προσωρινότητα. Η πρόταση του Γιώργου Νικολαΐδη στο δημοσιευμένο ρεπορτάζ περιλαμβάνει μικρές μορφές υποστηριζόμενης διαβίωσης για μεγαλύτερα παιδιά, παράλληλα με οικογενειακές λύσεις και παρέμβαση στη φυσική οικογένεια. Την παραθέτουμε ως επαγγελματική πρόταση. Δεν είναι έτοιμη συνταγή για κάθε ανήλικο. Η εφαρμογή χρειάζεται ειδικά κριτήρια, στελέχωση, εποπτεία και πραγματική δυνατότητα ακρόασης εκείνων που θα ζήσουν μέσα στο πλαίσιο.
Μια μικρή μονάδα δεν γίνεται κατάλληλη μόνο επειδή είναι μικρή. Η σταθερότητα του προσωπικού, οι δυνατότητες υποστήριξης, η πρόσβαση στην εκπαίδευση και η ασφάλεια είναι ουσιώδη κριτήρια. Το ίδιο ισχύει για μια οικογένεια: η διεύθυνση κατοικίας δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση. Γι’ αυτό ο έλεγχος πρέπει να συνεχίζεται μετά την αρχική μεταφορά και να υπάρχει δυνατότητα αναφοράς προβλήματος. Η πολιτική δεν πρέπει να επιβραβεύει μόνο το άδειασμα μιας κλίνης. Πρέπει να επιβραβεύει τη λειτουργική συνέχεια της ζωής του παιδιού και την έγκαιρη διόρθωση μιας ακατάλληλης επιλογής.
Το σχολείο αποτελεί μέρος της προστασίας. Ένα παιδί χρειάζεται πρόσβαση στη μάθηση, στη σχέση με συνομηλίκους και σε καθημερινότητα που δεν ορίζεται αποκλειστικά από τον φάκελό του. Η Ευρωπαϊκή Εγγύηση για το Παιδί περιλαμβάνει πρόσβαση σε εκπαίδευση, υγεία, διατροφή και στέγαση, με ειδική προσοχή και σε παιδιά εναλλακτικής φροντίδας. Αυτό δεν ισοδυναμεί με απόδειξη ότι όλες οι παροχές εφαρμόζονται. Δίνει συγκεκριμένα πεδία ελέγχου. Το ασφαλές περιβάλλον πρέπει να επιτρέπει ζωή και συμμετοχή, όχι μόνο να αποτρέπει έναν άμεσο σωματικό κίνδυνο.
Η εκπαιδευτική συνέχεια χρειάζεται επίσης συγκεκριμένη συνεννόηση. Ποιος συνδέεται με το σχολείο, πώς θα συνεχιστεί η μάθηση κατά τη μεταβατική περίοδο, τι υποστήριξη απαιτείται στην επιστροφή και πώς προστατεύεται η ιδιωτικότητα του μαθητή; Πρόκειται για ερωτήματα σχεδιασμού που πρέπει να εξετάζονται για το συγκεκριμένο παιδί. Δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι όλα τα παιδιά που φιλοξενούνται σε νοσοκομεία έχουν διακόψει τη φοίτηση. Μπορούμε να απαιτήσουμε η κατάσταση της εκπαίδευσής τους να μην εξαφανίζεται πίσω από τον γενικό χαρακτηρισμό της φιλοξενίας και η επόμενη τοποθέτηση να συνοδεύεται από σχέδιο συμμετοχής.
Η φροντίδα δεν μπορεί να στηρίζεται στην απαίτηση να ησυχάσει το παιδί ώστε να ταιριάξει στην υπηρεσία. Χρειάζεται ταυτόχρονα όρια, κατανόηση, ασφάλεια και κατάλληλη επαγγελματική παρέμβαση όταν παρουσιάζεται δυσκολία. Δεν διαθέτουμε κλινικά δεδομένα για να αποδώσουμε σε κάθε παραμονή μια συγκεκριμένη ψυχική βλάβη. Μπορούμε όμως να ελέγξουμε αν υπήρχε πρόσβαση σε κατάλληλη αξιολόγηση και συνέχεια υποστήριξης. Η αποφυγή αυθαίρετης διάγνωσης δεν μειώνει το βάρος του προβλήματος. Το μεταφέρει από έναν δραματικό χαρακτηρισμό στην ευθύνη για πραγματικές υπηρεσίες.
Ένα παιδί πρέπει επίσης να έχει τρόπο να αναφέρει ότι φοβάται, ότι δεν καταλαβαίνει μια απόφαση ή ότι χρειάζεται βοήθεια. Η πληροφόρηση πρέπει να είναι κατανοητή, ανάλογη με την ηλικία και προσβάσιμη αν υπάρχει αναπηρία ή γλωσσικό εμπόδιο. Δεν αρκεί να βρίσκεται κάπου ένας αριθμός τηλεφώνου που ο ανήλικος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει. Η δυνατότητα αναφοράς χρειάζεται έμπιστο πρόσωπο και διαδικασία που να μην οδηγεί σε τιμωρία επειδή το παιδί μίλησε. Αυτή είναι βασική απαίτηση λογοδοσίας για οποιοδήποτε πλαίσιο αναλαμβάνει την προστασία του.
Για τον πολίτη που ανησυχεί για ένα συγκεκριμένο παιδί, η επόμενη πράξη δεν είναι να αναρτήσει φωτογραφία, διεύθυνση ή λεπτομέρειες της οικογένειάς του. Το ΕΚΚΑ περιγράφει την Εθνική Γραμμή Παιδικής Προστασίας 1107 ως δυνατότητα επικοινωνίας με κοινωνικό λειτουργό ή ψυχολόγο για υποστήριξη και αναφορά. Σε άμεσο κίνδυνο απαιτείται επείγουσα κινητοποίηση των αρμόδιων αρχών. Η χρήσιμη αναφορά περιγράφει όσα γνωρίζει ο πολίτης, διαχωρίζοντας την παρατήρηση από τη φήμη. Δεν χρειάζεται να διαγνώσει μόνος του ούτε να οργανώσει ιδιωτική απομάκρυνση του παιδιού.
Ο πολίτης μπορεί ακόμη να ζητήσει από την τοπική υπηρεσία πληροφορίες για την αναδοχή ή για τη λειτουργία της παιδικής προστασίας χωρίς να ζητά προσωπικά δεδομένα. Ένας σύλλογος, μια σχολική κοινότητα ή μια ομάδα κατοίκων μπορεί να στηρίξει μια τεκμηριωμένη δημόσια συζήτηση για στελέχωση και πρόσβαση σε υπηρεσίες. Το προηγούμενο θέμα του site για την ενδοοικογενειακή βία και τη σιωπή αναδεικνύει την ανάγκη να μετατρέπεται η ανησυχία σε ασφαλή αναφορά. Εδώ η συνέχεια είναι εξίσου κρίσιμη: τι γίνεται μετά την αναφορά και μετά την πρώτη απομάκρυνση.
Η συνεργασία δεν απαιτεί να συμφωνήσουν όλοι σε κάθε επιλογή. Απαιτεί κοινό σκοπό, τεκμηρίωση και μηχανισμό για τις διαφωνίες. Οι εργαζόμενοι μπορούν να ζητούν ασφάλεια και στελέχωση, οι ανάδοχοι αξιόπιστη υποστήριξη, οι οικογένειες δίκαιη αξιολόγηση και τα παιδιά κατάλληλη φροντίδα. Αν αυτές οι ανάγκες παρουσιαστούν ως αντίπαλες, θα διαιωνιστεί η μεταφορά της ευθύνης. Αν οργανωθούν γύρω από το συμφέρον του συγκεκριμένου παιδιού, η σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερη απόφαση. Ο δημόσιος έλεγχος οφείλει να ενισχύει αυτή τη συνεργασία χωρίς να χαρίζει ασυλία στην αδράνεια.
Η έρευνα αφήνει συγκεκριμένες εκκρεμότητες: σημερινό αριθμό παιδιών που δεν χρειάζονται πια νοσηλεία, διάρκεια της κοινωνικής παραμονής, προορισμούς εξόδου και σαφή εξήγηση των διαφορετικών στατιστικών. Δεν τις γεμίζει με εικασίες. Τα διαθέσιμα τεκμήρια αρκούν όμως για ένα καθαρό συμπέρασμα: η προστασία δεν ολοκληρώνεται με εισαγωγή σε νοσοκομείο ούτε με καταχώρηση σε ψηφιακό μητρώο. Χρειάζεται κατάλληλη καθημερινή φροντίδα και υπεύθυνος για τη συνέχεια. Όταν μια διαδρομή δεν προσφέρει αυτή τη συνέχεια, το κράτος οφείλει να τη διορθώσει και να εξηγήσει δημόσια τι έκανε.
Αν ένα παιδί έχει απομακρυνθεί για να προστατευθεί, ποια συγκεκριμένη υπηρεσία οφείλουμε να ελέγξουμε ώστε η επόμενη μέρα του να έχει σταθερή φροντίδα, και όχι απλώς έναν ακόμη χώρο αναμονής; Τα δικά σας συμπεράσματα.
Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.






