28.09.2026ΕΛΛΑΔΑ · ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΘΕΜΑ · ΕΛΕΓΧΟΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 12:31 μ.μ.
ΑΡΧΙΚΗ/ΕΛΛΑΔΑ/ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΘΕΜΑ · ΕΛΕΓΧΟΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥ
ΕΛΛΑΔΑ · ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΘΕΜΑ · ΕΛΕΓΧΟΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥ

Φοροδιαφυγή και έλεγχοι: τι λέει πραγματικά ο νόμος για τις προθεσμίες

Μια συνδικαλιστική καταγγελία έγινε τίτλος περί χαρισμένων δισεκατομμυρίων. Διαβάσαμε τον ισχύοντα νόμο: υπάρχει σοβαρό ερώτημα για τους σύνθετους ελέγχους, αλλά η διάρκεια μιας εντολής ελέγχου δεν είναι η ίδια έννοια με την παραγραφή της φορολογικής απαίτησης.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΘΕΜΑ · ΕΛΕΓΧΟΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥ1 ΕΤΟΣΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥΆρθρο 28 ν. 5104/2024 · προβλέπονται παρατάσεις και εξαιρέσεις
Φοροδιαφυγή και έλεγχοι: τι λέει πραγματικά ο νόμος για τις προθεσμίες · Στοίβες εγγράφων σε γραφείο με ζυγαριά της Δικαιοσύνης · Δες την Πραγματικότητα
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗΦοροδιαφυγή και έλεγχοι: τι λέει πραγματικά ο νόμος για τις προθεσμίες · Στοίβες εγγράφων σε γραφείο με ζυγαριά της Δικαιοσύνης · Δες την Πραγματικότητα

Φοροδιαφυγή άρθρο 28 παραγραφή: Μια φορολογική υπόθεση μπορεί να απαιτήσει τραπεζικά στοιχεία από άλλη χώρα, έλεγχο τιμολογίων και συνεργασία υπηρεσιών. Αν ο χρόνος της εντολής εξαντληθεί πριν τελειώσει η έρευνα, ο πολίτης έχει λόγο να ανησυχεί: μπορεί η κρατική αδυναμία να μετατραπεί σε ατιμωρησία; Αυτό είναι το σοβαρό ερώτημα πίσω από την καταγγελία που επανήλθε στη δημόσια συζήτηση στις 27 Σεπτεμβρίου 2026. Δεν είναι όμως ταυτόσημο με τον ισχυρισμό ότι «χαρίστηκαν δισεκατομμύρια» ή ότι κάθε έλεγχος παραγράφεται αυτόματα σε δώδεκα μήνες. Ο ν. 5104/2024 ρυθμίζει χωριστά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου στο άρθρο 28 και την παραγραφή του δικαιώματος κοινοποίησης πράξης φόρου στο άρθρο 37. Το πρώτο προβλέπει αρχική διάρκεια έως ένα έτος, με παρατάσεις και εξαιρέσεις. Το δεύτερο προβλέπει κατά κανόνα πενταετία, με ειδικές παρατάσεις και περιπτώσεις δεκαετίας. Η διάκριση δεν ακυρώνει την αγωνία των ελεγκτών· μας επιτρέπει να την ελέγξουμε με συγκεκριμένες ερωτήσεις αντί με συνθήματα. Η ζωντανή αναζήτηση για «φοροδιαφυγή» σήμερα αξίζει άρθρο ακριβώς επειδή ο αναγνώστης χρειάζεται να ξέρει τι είναι γεγονός, τι καταγγελία και τι δεν έχει μετρηθεί.

ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑφοροδιαφυγή άρθρο 28 παραγραφή
ΛΕΞΕΙΣ ΚΛΕΙΔΙΑφοροδιαφυγή άρθρο 28 παραγραφήφοροδιαφυγή άρθρο 28ν 5104/2024 διάρκεια ελέγχουφορολογική παραγραφή άρθρο 37ΠΟΕ ΔΟΥ καταγγελίαΑΑΔΕ έλεγχοι 2026
01

Φοροδιαφυγή άρθρο 28 παραγραφή: Τι καταγγέλλεται και ποιο τεκμήριο διαθέτουμε

Στις 27 Σεπτεμβρίου, δημοσίευμα που αναδημοσιεύει ρεπορτάζ της Εφημερίδας των Συντακτών απέδωσε στην ΠΟΕ-ΔΟΥ υπόμνημα της 19ης Αυγούστου 2026 με αριθμό πρωτοκόλλου 2937. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η ομοσπονδία ζητά κατάργηση του άρθρου 28 διότι οι χρονικοί περιορισμοί μπορεί να δυσκολέψουν σύνθετους ελέγχους και να στρέψουν τις υπηρεσίες προς ευκολότερες υποθέσεις. Πρόκειται για καταγγελία με ονομασμένο φορέα και συγκεκριμένη ημερομηνία, όχι για αποδεδειγμένη απώλεια δημοσίων εσόδων. Δεν αποκτήσαμε το ίδιο το πλήρες υπόμνημα από ανεξάρτητη δημόσια ανάρτηση· επομένως δεν αποδίδουμε στην ΠΟΕ-ΔΟΥ λεπτομέρειες που εμφανίζονται μόνο στη δημοσιογραφική αφήγηση.

Ο τίτλος του δημοσιεύματος μιλά για «δισεκατομμύρια» που χαρίζονται. Δεν παραθέτει δημόσιο σύνολο συγκεκριμένων φακέλων, ποσά βεβαίωσης που χάθηκαν εξαιτίας αποκλειστικά του άρθρου 28 ή τελεσίδικες αποφάσεις που να στηρίζουν τέτοιο απολογισμό. Ο ισχυρισμός δεν μπορεί να περάσει από τίτλο σε γεγονός. Ούτε η επιλογή της έντονης λέξης «σκάνδαλο» αρκεί για να αποδώσει πρόθεση σε συγκεκριμένους νομοθέτες ή υπηρεσιακούς. Μπορεί να υπάρχει πραγματικός κίνδυνος. Το αν μεταφράστηκε σε μετρήσιμη απώλεια και σε ποιο ύψος είναι ανοιχτό ερευνητικό ζητούμενο.

Η ανησυχία των εργαζομένων δεν είναι από μόνη της αβάσιμη. Μια υπόθεση με διεθνείς συναλλαγές, διασταυρώσεις και δικαστικά αιτήματα μπορεί να απαιτεί πολύ χρόνο. Χρειάζεται να ακούγεται όποιος χειρίζεται τέτοιους φακέλους. Χρειάζεται, όμως, να διαβάσουμε και τις ασφαλιστικές βαλβίδες του ίδιου νόμου, καθώς και την πλευρά του φορολογουμένου: κανείς δεν πρέπει να ζει επ' αόριστον υπό μια ατελείωτη, ασαφή εντολή ελέγχου. Το ερώτημα πολιτικής είναι πώς προστατεύονται συγχρόνως η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δικαίου, με διαφάνεια για τις παρατάσεις.

Η ΑΑΔΕ έχει καθορίσει για το 2026 πρόγραμμα ελέγχων. Το γεγονός ότι έχουν τεθεί ποσοτικοί στόχοι δεν μας λέει πόσοι σύνθετοι φάκελοι ολοκληρώθηκαν, ποιοι έμειναν ημιτελείς ούτε γιατί. Για να δοκιμαστεί η καταγγελία, ζητούνται συγκρίσιμα στοιχεία ανά κατηγορία υπόθεσης, διάρκεια, παράταση, λόγο διακοπής, ποσό πράξης και έκβαση σε ενδικοφανή ή δικαστική διαδικασία. Μια στήλη «έγιναν τόσοι έλεγχοι» δεν απαντά στο ερώτημα αν ελέγχθηκαν οι δυσκολότερες περιπτώσεις.

02

Άρθρο 28: ένα έτος, αλλά ούτε πάντοτε ούτε για όλους

Το πρώτο βήμα της έρευνας ήταν να χωρίσουμε τρία πράγματα που συχνά γίνονται ένα στον δημόσιο λόγο: έναν δημοσιογραφικό ισχυρισμό, ένα συνδικαλιστικό αίτημα και τον ίδιο τον νόμο. Το δημοσίευμα που κυκλοφόρησε ξανά στις 27 Σεπτεμβρίου μεταφέρει την ανησυχία ότι σύνθετοι έλεγχοι μπορεί να διακόπτονται. Ο νόμος, όμως, είναι δημοσιευμένος και μπορεί να διαβαστεί λέξη προς λέξη. Το υπόμνημα της ΠΟΕ-ΔΟΥ, όπως το βρήκαμε, περιγράφεται από μέσο ενημέρωσης και δεν είναι διαθέσιμο αυτοτελώς για πλήρη έλεγχο. Το να δίνουμε και στα τρία την ίδια βεβαιότητα θα αδικούσε και τους ελεγκτές και τους πολίτες.

Γιατί υπάρχει διάρκεια ελέγχου; Ένας φορολογούμενος που λαμβάνει εντολή ελέγχου πρέπει να ξέρει τι εξετάζεται και να μην παραμένει για πάντα σε ανοιχτή διαδικασία. Τα βιβλία, τα τιμολόγια, οι μάρτυρες και οι επαγγελματικές αποφάσεις γίνονται δυσκολότερο να ανασυγκροτηθούν όσο περνά ο χρόνος. Από την άλλη, μια οργανωμένη αλυσίδα εικονικών συναλλαγών μπορεί να απλώνεται σε πολλές επιχειρήσεις ή χώρες. Ο ενιαίος χρόνος χωρίς εξαιρέσεις θα μπορούσε να τιμωρεί τη διοίκηση ακριβώς όταν ερευνά το πιο δύσκολο αντικείμενο. Το άρθρο 28 είναι προσπάθεια να θέσει όριο και βαλβίδες. Το ερώτημα είναι αν αυτή η ισορροπία λειτουργεί στην πράξη.

Η αρχική διάρκεια έως ένα έτος δεν μετρά με τον τρόπο που συχνά υπονοεί ένας τίτλος «δώδεκα μήνες και τέλος». Η ενημερωμένη διάταξη επιτρέπει μία εξάμηνη παράταση μόνο αν η ελεγκτική διαδικασία έχει αρχίσει μέσα στον αρχικό χρόνο. Η έναρξη δεν είναι απλή εσωτερική σκέψη της υπηρεσίας· ο νόμος την προσδιορίζει ως κοινοποίηση πρόσκλησης του άρθρου 14 ή ως έναρξη ελεγκτικών επαληθεύσεων. Αυτή η λεπτομέρεια δίνει συγκεκριμένο ερώτημα για έναν φάκελο: πότε έγινε η πραγματική ελεγκτική πράξη; Η ημερομηνία πρέπει να τεκμηριώνεται και να μην αναπλάθεται εκ των υστέρων για να διασωθεί μια προθεσμία.

Στη δεύτερη εξάμηνη παράταση ο νομοθέτης χρησιμοποίησε στενότερη γλώσσα: χρειάζονται εξαιρετικές περιπτώσεις που αιτιολογούνται ειδικά. Αν όλες οι υποθέσεις χαρακτηρίζονταν αυτομάτως «εξαιρετικές», το όριο θα άδειαζε. Αν, αντίθετα, οι υπηρεσίες δεν μπορούσαν να λάβουν παράταση παρά τον τεκμηριωμένο όγκο εργασίας, θα χάνονταν νόμιμες δυνατότητες ελέγχου. Η δημόσια διοίκηση θα μπορούσε να δώσει συγκεντρωτικά στοιχεία για πόσες αιτήσεις εγκρίθηκαν, πόσες απορρίφθηκαν και ποια γενική κατηγορία αιτιολογίας χρησιμοποιήθηκε. Δεν χρειάζεται να δημοσιοποιήσει ονόματα ελεγχομένων για να επιτρέψει σοβαρή αποτίμηση του συστήματος.

Μια υποθετική χρονική γραμμή βοηθά περισσότερο από ένα σύνθημα. Αν μια εντολή εκδοθεί τον Ιανουάριο και η πρόσκληση στον φορολογούμενο κοινοποιηθεί έγκαιρα, το αρχικό όριο φτάνει έως τον επόμενο Ιανουάριο, με δυνατότητα της προβλεπόμενης εξάμηνης παράτασης. Αν συντρέχει ειδικώς αιτιολογημένη εξαιρετική περίπτωση, μπορεί να προστεθεί δεύτερο εξάμηνο. Η υπόθεση δεν έχει «σβήσει» αυτόματα μόλις αλλάξει το ημερολόγιο. Αν όμως καμία νόμιμη παράταση δεν δόθηκε και ο έλεγχος δεν ολοκληρώθηκε, η παράγραφος 3 περιορίζει νέο ίδιο έλεγχο. Το παράδειγμα εξηγεί τον μηχανισμό· η ακριβής ημερομηνία κάθε πραγματικού φακέλου απαιτεί ανάγνωση των εγγράφων του.

Στις διεθνείς υποθέσεις ο νόμος αναγνωρίζει ότι η ελληνική υπηρεσία δεν ελέγχει πότε θα απαντήσει μια αλλοδαπή αρχή. Προβλέπει αναστολή του χρόνου για το διάστημα από το αίτημα ως την απόκριση, με συνολικό ανώτατο όριο ενός έτους. Το ίδιο ισχύει για συγκεκριμένες ενέργειες εισαγγελικών ή διωκτικών αρχών και ειδικών επιστημόνων. Αυτό δεν είναι άδεια να σημειώνει κανείς «διεθνής υπόθεση» και να παγώνει επ' αόριστον τον έλεγχο. Απαιτεί πραγματικό αίτημα προς ονομασμένη αρμόδια αρχή και αποτύπωση της ημερομηνίας απάντησης. Το όριο ενός έτους παραμένει, άρα η ταχύτητα συνεργασίας εξακολουθεί να έχει σημασία.

Πρέπει επίσης να ξεχωρίσουμε την αναστολή από την εξαίρεση. Αναστολή σημαίνει ότι συγκεκριμένος χρόνος δεν μετρά όσο εκκρεμεί ορισμένη εξωτερική ενέργεια, μέσα σε όριο. Εξαίρεση της παραγράφου 4 σημαίνει ότι οι προθεσμίες του άρθρου 28 δεν ισχύουν για ορισμένες κατηγορίες ελέγχων, όπως εισαγγελική παραγγελία ή κοινή εργασία με αλλοδαπή αρχή. Δεν είναι οι ίδιες περιπτώσεις και δεν έχουν το ίδιο αποδεικτικό κατώφλι. Όποιος υποστηρίζει ότι «οι διασυνοριακές απάτες τελειώνουν πάντα στον χρόνο» πρέπει να απαντήσει τι γίνεται με τις εξαιρέσεις. Όποιος απαντά «όλα εξαιρούνται» πρέπει να δείξει την ακριβή διάταξη που καλύπτει κάθε φάκελο.

Ο αριθμός «περισσότεροι από πέντε ελεγχόμενοι» στην εξαίρεση για υποθέσεις φοροδιαφυγής ή απάτης ΦΠΑ είναι ένα πραγματικό όριο, όχι δημοσιογραφική υπερβολή. Μια υπόθεση με πέντε πρόσωπα δεν εντάσσεται σε αυτή τη συγκεκριμένη εξαίρεση μόνο επειδή είναι δύσκολη. Μπορεί να ισχύει άλλη παράταση ή άλλη εξαίρεση, αλλά αυτό πρέπει να αποδειχθεί χωριστά. Η διάταξη είναι ακριβώς το είδος λεπτομέρειας που κάνει τη δημόσια συζήτηση πιο απαιτητική: χρειαζόμαστε κατανομή φακέλων ανά κατηγορία και όχι φράσεις όπως «μεγάλη φοροδιαφυγή» χωρίς νομικό ορισμό.

Η ειδική οκτάμηνη παράταση επίσης δεν είναι γενικό δώρο χρόνου στις υπηρεσίες. Η παράγραφος 2 απαιτεί να έχει ήδη προκύψει πιθανότητα ποινικά κολάσιμης φοροδιαφυγής κατά το άρθρο 79, να εισηγηθεί ο προϊστάμενος της αρμόδιας ελεγκτικής υπηρεσίας και να αποφασίσει ο Διοικητής. Αυτή η αλληλουχία σημαίνει ότι ο κίνδυνος πρέπει να εντοπιστεί και να τεκμηριωθεί όσο ακόμη εξελίσσεται ο έλεγχος. Αν ένας φάκελος αποκτά σοβαρά στοιχεία αργά, η διοικητική οργάνωση είναι κρίσιμη. Αν οκτάμηνο δινόταν χωρίς την προβλεπόμενη αιτιολογία, θα έθιγε την ασφάλεια δικαίου. Η επάρκεια ελεγκτικού προσωπικού είναι επομένως μέρος του προβλήματος, όχι άσχετη εργασιακή διεκδίκηση.

Η παράγραφος 3 είναι το πιο σκληρό σημείο για τη διοίκηση: όταν λήξει ο νόμιμος χρόνος χωρίς ολοκλήρωση, δεν μπορεί να εκδοθεί νέα εντολή για το ίδιο αντικείμενο μόνο και μόνο για να αρχίσει ξανά το ρολόι. Εξαίρεση προβλέπεται αν προκύψουν τα νέα στοιχεία των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 27. Η διάταξη αποτρέπει την καταστρατήγηση μέσω διαδοχικών ίδιων ελέγχων, αλλά μπορεί να έχει υψηλό κόστος αν ένας σύνθετος φάκελος έμεινε πραγματικά ανολοκλήρωτος. Αυτό είναι ο πυρήνας που χρειάζεται ποσοτική έρευνα. Πόσες φορές εφαρμόστηκε η απαγόρευση και με ποια οικονομική βαρύτητα; Δεν βρήκαμε δημόσια απάντηση.

Το άρθρο 28 όπως εμφανίζεται στην ενημερωμένη κωδικοποίηση ορίζει αρχική διάρκεια ελέγχου έως ένα έτος. Μπορεί να δοθεί μία παράταση έξι μηνών εφόσον η ελεγκτική διαδικασία έχει αρχίσει εντός του πρώτου έτους. Επιπλέον παράταση έως έξι μήνες προβλέπεται για εξαιρετικές περιπτώσεις με ειδική αιτιολογία. Άρα η φράση «όλοι οι έλεγχοι λήγουν οριστικά στον έναν χρόνο» δεν περιγράφει το γράμμα του κανόνα. Η προϋπόθεση αιτιολόγησης και η πραγματική διοικητική δυνατότητα να τηρηθεί είναι ξεχωριστό ερώτημα που χρειάζεται στοιχεία πρακτικής.

Ο ίδιος νόμος αναστέλλει τις προθεσμίες για ενέργειες άλλων αρχών στο πλαίσιο του ελέγχου, όπως αιτήματα σε εισαγγελικές ή διωκτικές αρχές, σε ειδικούς επιστήμονες ή σε αλλοδαπές αρχές. Η αναστολή αυτή έχει όριο ενός έτους. Το σημείο είναι σημαντικό γιατί οι διεθνείς διασταυρώσεις που επικαλείται η καταγγελία δεν μένουν εντελώς αόρατες στον κανόνα χρόνου. Δεν σημαίνει ότι κάθε διεθνής απάντηση έρχεται γρήγορα ούτε ότι κάθε καθυστέρηση καλύπτεται. Σημαίνει ότι η ακριβής απάντηση για μια συγκεκριμένη υπόθεση εξαρτάται από τα έγγραφα, τα αιτήματα και τις αποφάσεις αναστολής, όχι μόνο από την ημερομηνία αρχικής εντολής.

Αν από τον έλεγχο προκύπτει πιθανότητα ποινικά κολάσιμης φοροδιαφυγής κατά το άρθρο 79, επιτρέπεται με απόφαση του Διοικητή, κατόπιν εισήγησης της υπηρεσίας, επιπλέον παράταση έως οκτώ μήνες. Είναι ειδική δυνατότητα, όχι γενική παράταση που προστίθεται σε κάθε υπόθεση. Ταυτόχρονα υπάρχει κρίσιμος περιορισμός: εφόσον ο έλεγχος δεν ολοκληρωθεί εντός των ισχυουσών προθεσμιών, δεν επιτρέπεται νέος έλεγχος με ίδιο αντικείμενο, εκτός αν προκύψουν τα νέα στοιχεία που προβλέπει ο νόμος. Αυτό είναι το σημείο όπου η ανησυχία των ελεγκτών αποκτά νομική βάση. Η μη ολοκλήρωση μπορεί να περιορίσει την επανεκκίνηση, χωρίς να σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε πιθανή φορολογική αξίωση έχει παραγραφεί.

Υπάρχουν και ρητές εξαιρέσεις από τις προθεσμίες του άρθρου 28: έλεγχοι κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, από κοινού με διεθνή ή αλλοδαπή φορολογική ή διωκτική αρχή, υποθέσεις φοροδιαφυγής ή απάτης ΦΠΑ με περισσότερους από πέντε ελεγχομένους, καθώς και διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού. Αν ένα άρθρο παρουσιάζει τις δυσκολότερες διασυνοριακές υποθέσεις σαν να έχουν όλες το ίδιο άκαμπτο δωδεκάμηνο, παραλείπει αυτή τη διάταξη. Αντίστροφα, η ύπαρξη εξαίρεσης δεν αποδεικνύει ότι κάθε δύσκολη περίπτωση εμπίπτει σε αυτή. Χρειαζόμαστε στοιχεία ταξινόμησης πραγματικών φακέλων.

Μια δημόσια απάντηση της ΑΑΔΕ στην καταγγελία θα ήταν χρήσιμη μόνο αν ξεπερνούσε το «ο νόμος προβλέπει παρατάσεις». Αυτό το γνωρίζουμε ήδη από το κείμενο. Η κρίσιμη ερώτηση είναι πόσες παρατάσεις δόθηκαν στην πράξη, σε πόσες υποθέσεις ζητήθηκαν αλλά δεν εγκρίθηκαν, πόσος χρόνος χάθηκε σε εξωτερικές απαντήσεις και αν υπήρξαν φάκελοι που δεν ολοκληρώθηκαν παρότι είχαν αξιοποιηθεί οι δυνατότητες του άρθρου 28. Η διαφορά ανάμεσα σε δυνατότητα του νόμου και πραγματική λειτουργία είναι το σημείο όπου η δημοσιογραφική έρευνα πρέπει να συνεχιστεί. Καμία πλευρά δεν μπορεί να θεωρήσει τη νομοθετική παράγραφο ή τη συνδικαλιστική διαμαρτυρία υποκατάστατο αυτών των δεδομένων.

Το άρθρο αναφέρει επίσης ρητά ότι η διάρκεια του ελέγχου δεν αναστέλλει ούτε επιμηκύνει τον χρόνο παραγραφής. Αυτό σημαίνει ότι και ένας νόμιμα παρατεινόμενος έλεγχος μπορεί να συναντήσει την προθεσμία για κοινοποίηση πράξης. Οι δύο χρονομετρήσεις λειτουργούν παράλληλα, με διαφορετικές αφετηρίες και κανόνες. Αν ο αναγνώστης τις συγχέει, μπορεί να νομίζει είτε ότι η εφορία έχει άπειρο χρόνο επειδή συνεχίζει να ελέγχει είτε ότι κάθε αξίωση εξαφανίζεται στον πρώτο χρόνο. Κανένα από τα δύο δεν είναι ασφαλές γενικό συμπέρασμα.

Φοροδιαφυγή και έλεγχοι: τι λέει πραγματικά ο νόμος για τις προθεσμίες · Άνδρας με κοστούμι διασχίζει διάδρομο υπηρεσίας με ντουλάπια αρχείων · Δες την Πραγματικότητα
Φοροδιαφυγή και έλεγχοι: τι λέει πραγματικά ο νόμος για τις προθεσμίες · Άνδρας με κοστούμι διασχίζει διάδρομο υπηρεσίας με ντουλάπια αρχείων · Δες την Πραγματικότητα
03

Άρθρο 37: η πενταετία δεν καταργείται από τον τίτλο μιας καταγγελίας

Το άρθρο 37 ορίζει ως γενικό κανόνα ότι η φορολογική διοίκηση μπορεί να κοινοποιήσει πράξη προσδιορισμού φόρου μέσα σε πέντε χρόνια από τη λήξη του έτους κατά το οποίο έληξε η προθεσμία υποβολής δήλωσης. Περιέχει ειδικές παρατάσεις, μεταξύ άλλων για ορισμένα νέα στοιχεία, αιτήματα πληροφοριών από το εξωτερικό και εκκρεμείς προσφυγές. Σε ειδικές περιπτώσεις μη υποβολής δήλωσης ή νέων στοιχείων μετά την πενταετία, προβλέπεται δυνατότητα δεκαετίας. Η πενταετία επομένως δεν «καταργείται πλήρως» ως νομικός κανόνας απλώς επειδή μια εντολή ελέγχου μπορεί να λήξει νωρίτερα.

Η διαφορά έχει πρακτική σημασία. Υποθέστε μια υποθετική εντολή που εκδόθηκε στην αρχή της πενταετίας, αλλά ο έλεγχος καθυστέρησε και εξέπνευσε χωρίς τελικό πόρισμα. Το άρθρο 28 μπορεί να εμποδίζει νέο ίδιο έλεγχο χωρίς νέα στοιχεία, παρότι η προθεσμία του άρθρου 37 δεν έχει λήξει. Είναι δυνατόν η αξίωση να υπάρχει θεωρητικά αλλά να δυσκολεύεται η τεκμηρίωση. Το πόσο συχνά συμβαίνει αυτό, ποιο ύψος φόρου αφορά και ποιες άλλες νόμιμες πράξεις επιτρέπονται είναι ερώτημα εφαρμογής. Δεν αποδεικνύεται με ένα φανταστικό παράδειγμα ούτε με γενικό τίτλο περί χαρισμένων ποσών.

Στην αντίθετη περίπτωση, μια υπόθεση μπορεί να κινδυνεύει από την πενταετή παραγραφή ανεξάρτητα από το άρθρο 28, αν η διοίκηση άργησε να αρχίσει ή να κοινοποιήσει την πράξη. Επομένως τα αίτια μιας απώλειας δεν διαγιγνώσκονται χωρίς χρονικό φακέλου. Ένας έντιμος δημόσιος απολογισμός θα ξεχώριζε τις υποθέσεις που χάθηκαν από καθυστέρηση υπηρεσίας, από ανεπαρκές αποδεικτικό υλικό, από δικαστική ακύρωση, από νομοθετική προθεσμία ελέγχου και από πραγματική παραγραφή. Θα δημοσίευε και τις επιτυχείς εφαρμογές των παρατάσεων. Τότε θα μπορούσαμε να συζητήσουμε τεκμηριωμένα τι πρέπει να αλλάξει.

Ο κανόνας της παραγραφής δεν είναι χάρη στους ισχυρούς από τη φύση του. Στο κράτος δικαίου προστατεύει και τον απλό φορολογούμενο από απεριόριστη εκκρεμότητα, χαμένα έγγραφα και αδυναμία άμυνας μετά από πολλά χρόνια. Η ισότητα απαιτεί όμως η διοίκηση να έχει δυνατότητα να ερευνήσει πραγματικά οργανωμένη, σύνθετη απάτη. Αυτή η ισορροπία δεν λύνεται με κραυγές «καταργήστε κάθε προθεσμία» ούτε με άρνηση ότι οι σύνθετες υποθέσεις χρειάζονται χρόνο και εξειδίκευση.

04Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΣΚΕΨΗ

Το τεστ λογοδοσίας που μπορούν να απαιτήσουν οι πολίτες

Η πενταετία του άρθρου 37 μετρά από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο έληξε η προθεσμία υποβολής δήλωσης, όχι από τη μέρα που ένας ελεγκτής άνοιξε τον φάκελο. Αυτή η λεπτομέρεια αλλάζει όλη την εικόνα. Μια εντολή μπορεί να εκδοθεί κοντά στο τέλος της πενταετίας, οπότε ακόμη και η νόμιμη διάρκειά της δεν εγγυάται ότι υπάρχει επαρκής χρόνος να κοινοποιηθεί πράξη φόρου. Αντίστροφα, μια εντολή μπορεί να λήξει νωρίς ενώ το δικαίωμα προσδιορισμού δεν έχει ακόμη παραγραφεί. Οι δύο χρονομετρήσεις συναντιούνται στον ίδιο φάκελο, αλλά δεν αρχίζουν ούτε τελειώνουν με τον ίδιο κανόνα.

Το άρθρο 37 έχει και ειδικές παρατάσεις που συχνά χάνονται στην απλουστευμένη συζήτηση. Εάν ζητηθούν πληροφορίες από άλλη χώρα, ο χρόνος μπορεί να μεταβληθεί μέχρι την παραλαβή τους και για έναν χρόνο μετά, μόνο για το συγκεκριμένο ζήτημα. Αν ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή ή ένδικο μέσο, προβλέπεται αντίστοιχη ειδική περίοδος μετά την απόφαση. Τα σημεία αυτά δεν σημαίνουν ότι η διοίκηση μπορεί να ανατρέχει απεριόριστα σε κάθε παλιό έτος. Είναι εξαιρέσεις συνδεδεμένες με συγκεκριμένη πράξη και αντικείμενο. Ο φορολογούμενος έχει δικαίωμα να μάθει ποια διάταξη επικαλείται η υπηρεσία για τη δική του υπόθεση.

Η δεκαετία δεν εφαρμόζεται επειδή μια υπόθεση ακούγεται «μεγάλη». Το άρθρο 37 προβλέπει ειδικά τη μη υποβολή δήλωσης εντός της κανονικής περιόδου ή νέα στοιχεία που δεν θα μπορούσαν να είναι γνωστά μέσα στην πενταετία, με πρόσθετες προϋποθέσεις και μόνο για το ζήτημα που τα στοιχεία αφορούν. Η λέξη «νέα» δεν αρκεί ως ετικέτα· πρέπει να εξεταστεί πότε και πώς η διοίκηση έμαθε την πληροφορία. Ούτε αυτός ο κανόνας μετατρέπει κάθε πενταετή υπόθεση σε δεκαετή. Η ακριβής αποτύπωση προστατεύει και το Δημόσιο και τον φορολογούμενο από βεβιασμένα συμπεράσματα.

Μια διάκριση ακόμη λείπει από τους εύκολους τίτλους: άλλο εκτιμώμενος φόρος, άλλο φόρος που πράγματι βεβαιώθηκε, άλλο ποσό που εισπράχθηκε. Αν μια υπηρεσία υποψιάζεται παράβαση ύψους δέκα εκατομμυρίων αλλά δεν ολοκληρώσει έλεγχο, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το Δημόσιο «χάρισε» δέκα εκατομμύρια βέβαιης απαίτησης. Μπορεί η αρχική υποψία να μην αποδεικνυόταν ή το ποσό να μειωνόταν σε προσφυγή. Μπορεί επίσης να υπήρχε σοβαρή ζημιά. Χωρίς φάκελο και τελική αποτίμηση, και οι δύο πιθανότητες είναι ανοιχτές. Γι' αυτό ένας αριθμός «δισεκατομμυρίων» απαιτεί δημόσια μέθοδο υπολογισμού και εύρος αβεβαιότητας.

Η ανισότητα ελέγχου είναι πραγματικό κοινωνικό διακύβευμα ακόμη και πριν βρεθεί ο τελικός αριθμός. Μισθωτοί και συνταξιούχοι έχουν εισοδήματα που αναφέρονται από τρίτους και παρακρατήσεις που γίνονται αυτόματα. Σύνθετες εταιρικές δομές απαιτούν περισσότερη διασταύρωση. Αν η διοίκηση πιέζεται να αυξάνει τον αριθμό ολοκληρωμένων ελέγχων σε περιορισμένο χρόνο, μπορεί να προτιμήσει εύκολες υποθέσεις. Αυτό είναι εύλογη υπόθεση μηχανισμού, όχι μετρημένο γεγονός για το 2026. Για να ελεγχθεί χρειάζεται δημοσίευση της κατανομής ελέγχων ανά πολυπλοκότητα, όχι μόνο το άθροισμά τους. Η επιλογή στόχων είναι πολιτική και διοικητική ευθύνη, άρα οφείλει να εξηγείται.

Υπάρχει, όμως, και ο σοβαρός αντίλογος από την πλευρά όσων ελέγχονται. Ένας μικρός επαγγελματίας μπορεί να δεσμεύει λογιστή, χρόνο και έγγραφα επί μήνες, ενώ αβέβαιη υπόθεση εμποδίζει επενδύσεις ή δανεισμό. Αν καταργηθεί κάθε χρονικό όριο, η διοίκηση θα αποκτήσει κίνητρο να αφήνει φακέλους ανοιχτούς χωρίς λογοδοσία. Το δημόσιο συμφέρον δεν ταυτίζεται με απεριόριστη διακριτική ευχέρεια της εφορίας. Απαιτεί έγκαιρο, στοχευμένο και αιτιολογημένο έλεγχο, με δυνατότητα μεγαλύτερου χρόνου όπου το αποδεικνύει η πραγματική πολυπλοκότητα. Το πρόβλημα είναι η σωστή σχεδίαση και εφαρμογή των ορίων, όχι η ίδια η ύπαρξή τους.

Πώς θα φαινόταν μια χρήσιμη δημόσια βάση δεδομένων; Θα δημοσίευε για κάθε έτος αριθμό εντολών ανά τύπο φόρου και κατηγορία πολυπλοκότητας, μέση και διάμεση διάρκεια, ποσοστό που έλαβε παράταση, αιτία αναστολής, αριθμό λήξεων χωρίς ολοκλήρωση και έκβαση των φακέλων. Τα ποσά θα ήταν σε συγκεντρωτικές κλίμακες, ώστε να προστατεύονται φορολογικό απόρρητο και ανοικτές έρευνες. Θα έδειχνε επίσης πόσες πράξεις ακυρώθηκαν μετά από προσφυγή ή δικαστικό έλεγχο. Μόνον έτσι μπορούμε να ξεχωρίσουμε την αποτελεσματικότητα από την υπερπαραγωγή αδύναμων καταλογισμών. Η διοίκηση διαθέτει ψηφιακά συστήματα· το αίτημα είναι να δημοσιεύει σωστά ορισμένα, ελέγξιμα μεγέθη.

Η πολιτική ηγεσία θα μπορούσε να απαντήσει σε ένα ακόμη ζεύγος ερωτήσεων. Πόσοι υπάλληλοι με εμπειρία σε διεθνείς συναλλαγές, ψηφιακά ίχνη και σύνθετες εταιρικές δομές υπηρετούν στις μονάδες που έχουν τις δυσκολότερες υποθέσεις; Πόσο χρόνο περιμένουν τα αιτήματα διεθνούς συνδρομής και πραγματογνωμοσύνης; Αν η απάντηση είναι ότι οι παρατάσεις υπάρχουν στον νόμο αλλά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν λόγω έλλειψης προσωπικού ή διαδικαστικής καθυστέρησης, η αλλαγή μιας παραγράφου μόνη της δεν λύνει το πρόβλημα. Αν αντίθετα χρησιμοποιούνται ήδη επαρκώς, το συνδικαλιστικό αίτημα χρειάζεται αναθεώρηση με βάση τα στοιχεία. Οι δύο εκδοχές δεν κρίνονται με ιδεολογική προτίμηση.

Ο φορολογούμενος που λαμβάνει εντολή ελέγχου μπορεί να κρατήσει ένα πρακτικό αρχείο: ημερομηνία κοινοποίησης, ακριβές αντικείμενο, προσκλήσεις για στοιχεία, ημερομηνίες παράτασης και την αιτιολογία που του γνωστοποιήθηκε. Δεν πρέπει να συμπεράνει μόνος του ότι η υπόθεσή του παραγράφηκε επειδή πέρασε ένας χρόνος. Ούτε να αγνοήσει έγγραφα επικαλούμενος γενικά μια εξαίρεση που διάβασε σε άρθρο. Η πραγματική νομική θέση εξαρτάται από το φορολογικό έτος, τον τύπο ελέγχου, τις κοινοποιήσεις και τυχόν αναστολές. Ένας εξειδικευμένος επαγγελματίας μπορεί να τα ελέγξει πάνω στον φάκελο. Το δημόσιο άρθρο δίνει χάρτη ερωτήσεων, όχι ατομική γνωμοδότηση.

Η ανάγκη δημόσιου ελέγχου δεν τελειώνει στην ΑΑΔΕ. Η Βουλή μπορεί να ζητήσει ποσοτική αποτίμηση του άρθρου 28 μετά την εφαρμογή του, ανεξάρτητη εξέταση των περιπτώσεων που δεν ολοκληρώθηκαν και αιτιολογημένη πρόταση αλλαγής αν βρεθεί πρόβλημα. Η ΠΟΕ-ΔΟΥ μπορεί να καταθέσει ανωνυμοποιημένα παραδείγματα και να δείξει ακριβώς πού απέτυχαν οι σημερινές εξαιρέσεις. Επαγγελματικοί φορείς και οργανώσεις φορολογουμένων μπορούν να περιγράψουν το κόστος καθυστερημένων ή αόριστων ελέγχων. Μια τέτοια δημόσια ακρόαση θα έβαζε πραγματικό περιεχόμενο πίσω από τις λέξεις «πάταξη φοροδιαφυγής» και «ασφάλεια δικαίου».

Ο ισχυρισμός ότι χάθηκαν έσοδα θα πρέπει να συνδεθεί και με το τι ακριβώς θα μπορούσε να εισπραχθεί. Μια πράξη προσδιορισμού μπορεί να προσβληθεί, ένα ποσό να μειωθεί και μια βεβαιωμένη οφειλή να παραμείνει ανεπίδεκτη είσπραξης. Αυτό δεν μειώνει την αξία του ελέγχου· αποτρέπει όμως την ταύτιση κάθε αρχικού εντοπισμού με χρήμα που θα έμπαινε αύριο στο ταμείο. Αν η πολιτεία θέλει να αποδείξει απώλεια από συγκεκριμένη διάταξη, πρέπει να παρουσιάσει τη διαδρομή από εντολή έως τελική είσπραξη ή αδυναμία είσπραξης. Η κοινωνία δικαιούται να γνωρίζει το καθαρό αποτέλεσμα, ιδίως όταν απαιτούνται από τους συνεπείς πολίτες θυσίες.

Η επιλογή να μη χρησιμοποιήσουμε το δραματικό ποσό του τίτλου δεν είναι υποβάθμιση της καταγγελίας. Είναι τρόπος να κρατήσουμε ανοιχτό τον έλεγχο της εξουσίας. Αν γράφαμε ότι «χαρίστηκαν δισεκατομμύρια» χωρίς επαληθεύσιμους φακέλους, η ΑΑΔΕ θα μπορούσε εύκολα να απορρίψει όλη την κριτική λόγω υπερβολής. Όταν αντίθετα δείχνουμε την ακριβή παράγραφο 3, τις δυνατότητες παράτασης και το κενό στα δημοσιευμένα δεδομένα, η ερώτηση είναι δύσκολο να παρακαμφθεί: ποια είναι η πραγματική έκβαση των σύνθετων ελέγχων; Η τεκμηριωμένη πίεση είναι πιο αποτελεσματική από μια κραυγή που δεν μπορεί να αποδειχθεί.

Υπάρχει τέλος και ένα δίδαγμα για την ίδια την ενημέρωση. Μια συνδικαλιστική επιστολή μπορεί να θέσει σωστή ερώτηση χωρίς να έχει αποδείξει όλες τις δημόσιες συνέπειες που της αποδίδει ένας τίτλος. Ένα άρθρο νόμου μπορεί να επιτρέπει λύσεις που στη διοικητική καθημερινότητα δεν αξιοποιούνται εύκολα. Ένας επίσημος απολογισμός μπορεί να δείχνει πολλούς ελέγχους χωρίς να φανερώνει τι συνέβη στους δυσκολότερους. Χρειάζονται και τα τρία επίπεδα μαζί: μαρτυρία του εργαζομένου, γραπτός κανόνας, μετρημένη εφαρμογή. Όταν ένα λείπει, η έντιμη απάντηση είναι «δεν γνωρίζουμε ακόμη», μαζί με σαφές αίτημα για το στοιχείο που λείπει.

Μια πραγματική ανθρώπινη πλευρά της υπόθεσης βρίσκεται στις ίδιες τις υπηρεσίες, αλλά δεν διαθέτουμε επώνυμη συνέντευξη συγκεκριμένου ελεγκτή για ορισμένο φάκελο. Δεν θα επινοήσουμε σκηνή όπου υπάλληλος βρήκε απάτη και του την «έσβησαν». Το δημοσίευμα μεταφέρει την οπτική μιας ομοσπονδίας εργαζομένων. Αυτή έχει βάρος ως προειδοποίηση ανθρώπων με καθημερινή εμπειρία, αλλά δεν είναι κατάλογος αποδεδειγμένων ατομικών περιστατικών. Η τεκμηριωμένη ιστορία μέχρι στιγμής είναι θεσμική: ο νόμος ορίζει όριο, οι υπάλληλοι καταγγέλλουν ότι δυσκολεύονται σε σύνθετες υποθέσεις, και η διοίκηση δεν έχει παρουσιάσει δημόσιο πίνακα που να επιτρέπει ανεξάρτητη κρίση της έκτασης.

Πρώτο ερώτημα προς την ΑΑΔΕ και την πολιτική ηγεσία: πόσοι έλεγχοι από την έναρξη ισχύος του άρθρου 28 έφτασαν στο αρχικό δωδεκάμηνο χωρίς ολοκλήρωση; Πόσοι πήραν εξάμηνη ή ειδική παράταση, πόσοι τέθηκαν σε αναστολή, πόσοι εμπίπτουν στις εξαιρέσεις και πόσοι δεν επανεκκινήθηκαν λόγω της παραγράφου 3; Τα στοιχεία μπορούν να δοθούν συγκεντρωτικά, χωρίς να εκτεθούν προσωπικά δεδομένα ή ανοικτές υποθέσεις. Δεύτερο ερώτημα: ποια ήταν η οικονομική βαρύτητα των φακέλων, με προσοχή στη διαφορά ανάμεσα σε αρχική εκτίμηση, βεβαιωμένο φόρο και πραγματική είσπραξη;

Η κοινοβουλευτική εξέταση θα μπορούσε να χωρίσει δύο ενδεχόμενα που σήμερα συγχέονται. Στο πρώτο, η προθεσμία είναι πράγματι πολύ στενή για σαφώς ορισμένες κατηγορίες, ακόμη κι όταν μια υπηρεσία οργανώνεται σωστά. Στο δεύτερο, το γράμμα του νόμου προβλέπει επαρκείς παρατάσεις, αλλά οι αιτήσεις, οι εγκρίσεις ή η διαθεσιμότητα προσωπικού καθυστερούν και η δυνατότητα χάνεται στην πράξη. Η θεραπεία δεν θα είναι ίδια. Το πρώτο μπορεί να απαιτεί νομοθετική τροποποίηση με στενή στόχευση. Το δεύτερο απαιτεί διοικητική λογοδοσία, στελέχωση και έγκαιρη παρακολούθηση των εντολών. Χωρίς διάγνωση, ένα γενικό αίτημα «καταργήστε το άρθρο» μπορεί να αφήσει άθικτο τον πραγματικό μηχανισμό αποτυχίας.

Ένας τρίτος κίνδυνος είναι η συζήτηση να γίνει πόλεμος ανάμεσα σε «υπερασπιστές φοροφυγάδων» και «υπερασπιστές της αυθαιρεσίας». Και οι δύο ετικέτες εξαφανίζουν τον κοινό σκοπό: φόροι που οφείλονται να εντοπίζονται δίκαια και γρήγορα, χωρίς να τιμωρείται ο πολίτης επειδή μια υπηρεσία δεν έχει όριο. Η συναίνεση που χρειάζεται δεν είναι σιωπή απέναντι σε σκάνδαλα. Είναι συμφωνία να δημοσιεύονται μετρήσιμα αποτελέσματα και να αξιολογούνται από ανθρώπους διαφορετικών θέσεων. Όποιος υποστηρίζει μια αλλαγή ας δείξει ποιο πρόβλημα λύνει, σε ποιες υποθέσεις και τι νέα προστασία προσφέρει από κατάχρηση.

Η ίδια η διάκριση ανάμεσα στην αρχική προθεσμία και στην παραγραφή είναι πρακτικό κέρδος για τον αναγνώστη της σημερινής είδησης. Αν ακούσει αύριο ότι «ένας έλεγχος έληξε», ξέρει να ρωτήσει: έληξε η εντολή ή το δικαίωμα κοινοποίησης φόρου; Υπήρξε παράταση, αναστολή ή εξαίρεση; Προέκυψαν νέα στοιχεία; Ποια πράξη κοινοποιήθηκε και πότε; Αυτές οι ερωτήσεις δεν αθωώνουν καμία υπηρεσία εκ των προτέρων. Εμποδίζουν να χρησιμοποιηθεί ένας τεχνικός όρος ως καπνός που είτε κρύβει υπαρκτή ανεπάρκεια είτε κατασκευάζει αβάσιμη βεβαιότητα για απώλεια δισεκατομμυρίων.

Τρίτο ερώτημα προς την ομοσπονδία και τα μέσα που αναφέρονται στο υπόμνημά της: μπορεί να δημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με παραδείγματα ανωνυμοποιημένων υποθέσεων και τον ακριβή μηχανισμό που εμπόδισε την ολοκλήρωση; Η θέση των εργαζομένων αξίζει δημόσια προσοχή. Η δημοσιοποίηση θα επιτρέψει και σε ανεξάρτητους νομικούς να εξετάσουν αν η προτεινόμενη λύση είναι κατάργηση, τροποποίηση ή καλύτερη διαχείριση παρατάσεων. Χωρίς αυτό το βήμα, η καταγγελία μεταφέρεται από άρθρο σε άρθρο, αλλά ο πολίτης δεν μπορεί να ελέγξει την ουσία της.

Η απολογιστική έκθεση της ΑΑΔΕ για το 2025 και το πρόγραμμα του 2026 προσφέρουν στοιχεία για στόχους και δραστηριότητα. Δεν βρήκαμε στον δημόσιο έλεγχο σήμερα συγκεντρωτικό πίνακα που να αποδίδει συγκεκριμένα χαμένα «δισεκατομμύρια» στο άρθρο 28. Γι' αυτό δεν δημοσιεύουμε τέτοιο ποσό. Η απουσία δημόσιου πίνακα δεν αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει ζημιά· αποδεικνύει ότι χρειάζεται λογοδοσία προτού δοθεί αριθμητικός χαρακτηρισμός. Η πιο χρήσιμη ειρηνική πράξη είναι αίτημα δημοσιοποίησης συγκεντρωτικών στοιχείων και εξέταση από τη Βουλή και ανεξάρτητους φορείς.

Η φορολογική δικαιοσύνη αφορά όλους. Ο μισθωτός που φορολογείται αυτόματα, η μικρή επιχείρηση που ελέγχεται γρήγορα και ο συνεπής επαγγελματίας δικαιούνται να ξέρουν ότι δύσκολες υποθέσεις δεν εγκαταλείπονται επειδή χρειάζονται περισσότερη εργασία. Δικαιούνται επίσης κανόνες προβλέψιμους και ελέγξιμους, όχι απεριόριστη εξουσία της εφορίας. Το ρεπορτάζ για το κόστος των φτωχότερων νοικοκυριών και η ανάλυση των φόρων στη βενζίνη δείχνουν γιατί κάθε πραγματικό δημόσιο έσοδο και κάθε δίκαιη κατανομή έχουν κοινωνική συνέπεια. Δεν σημαίνει ότι ένα ατεκμηρίωτο ποσό μπορεί να χρηματοδοτήσει αυτόματα κάποια υπηρεσία.

Η σημερινή τάση αναζήτησης είναι ευκαιρία για αυστηρότερη δημόσια συζήτηση. Το επιβεβαιωμένο: δύο διακριτές νόμιμες προθεσμίες, δυνατότητες παράτασης και πραγματικός περιορισμός επανελέγχου. Το καταγγελλόμενο: ότι οι ρυθμίσεις βλάπτουν συστηματικά τους σύνθετους ελέγχους. Το άγνωστο: πόσοι φάκελοι και πόσα πραγματικά έσοδα επηρεάστηκαν, καθώς και αν υπάρχουν περιπτώσεις καταχρηστικής ή ανεπαρκούς εφαρμογής. Αν η εξουσία δηλώνει ότι πολεμά τη φοροδιαφυγή, θα δημοσιεύσει στοιχεία που επιτρέπουν στους πολίτες να ελέγξουν και τις δύσκολες υποθέσεις, όχι μόνο το σύνολο των ελέγχων; Τα δικά σας συμπεράσματα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ

Το άρθρο βασίζεται στις πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται. Όπου γίνεται ερμηνεία ή αξιολογική κρίση, αυτή διατυπώνεται καθαρά και δεν παρουσιάζεται ως πρωτογενές γεγονός.